Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ...

Εννιά μήνες πέρασαν!
Μιά εγκυμοσύνη!
Επί εννιά μήνες, κυοφορούσα μέσα μου τον πόνο του χωρισμού μας.
Τον έζησα από την πρώτη μέρα της σύλληψης, να ζεί και να μεγαλώνει, να σαλεύει μέσα μου και να μου ματώνει τα σωθικά.
Μιά-δυό φορές, πίστεψα πως θα απέβαλλα αυτό το τερατόμορφο πλάσμα που με είχε κυριεύσει και δεν με άφηνε σε ησυχία, που στοίχειωνε τις μέρες και τις νύχτες μου και μου ρουφούσε την ζωή.
Αλλά αποδείχτηκε πιό δυνατό, άντεξε, και έμεινε μέσα μου, κολλημένο να ρουφάει την ζωή απ'τη ζωή μου και να μεγαλώνει, να θεριεύει, να με κυριαρχεί.
Εκλαψα, χτυπήθηκα, μάτωσα. Σαν μάνα, που καταβάθος, γνώριζε πως μεγαλώνει μέσα της ένα θηρίο,ένα τέρας της φύσης, αλλά που, δεν έχει κουράγιο να το σκοτώσει, γιατί είναι το σπλάχνο της.
Που χαϊδεύει την κοιλιά της, που το προστατεύει και παρακαλάει ταυτόχρονα να το γεννήσει νεκρό, για να σταματήσει εκεί το κακό!
Εννιά μήνες!
Στην αρχή, ο πόνος κρυβότανε σαν την κοιλιά που ακόμα δεν φαίνεται καλά...
Και όσο περνούσε ο καιρός και η κοιλιά φούσκωνε, ο πόνος μεγάλωνε. Ο τόπος δεν με χώραγε, το σπίτι μου με έπνιγε, οι φίλοι μού ήταν ανυπόφοροι πολλές φορές, το κρεβάτι μου, δεν είχε λες, ύπνο και γαλήνη να μου προσφέρει.
Εννιά μήνες ! Πού πέρασαν μέρα με τη μέρα, με τον πόνο και την αγωνία της μάνας που περιμένει, νά'ρθει ο καιρός.
Και έφτασε η ώρα του τοκετού!
Οι πόνοι της γέννας. Αφόρητοι. Στιγμές που νομίζεις πως δεν θα τελειώσουν ποτέ, πως δεν θα λυτρωθείς ποτέ απο αυτό το μαρτύριο.
Σπάραξα πάνω στο κρεβάτι. Μούσκεψα για τελευταία φορά το μαξιλάρι μου από τα δάκρυα, και γέννησα το χωρισμό μας.
Κράτησα το νεκρό σπλάχνο μου αγκαλιά για τελευταία φορά, όλο το βράδυ.
Το πρωί, σηκώθηκα και πλύθηκα, λούστηκα, ντύθηκα.
Τύλιξα το νεκρό χωρισμό μας σε μιά κουβέρτα, σαν πεθαμένο μωρό. Κοίταξα την φωτογραφία σου δίπλα στο κομοδίνο, την πήρα μαζί, τα έβαλα όλα σε μιά σακούλα και τα πέταξα στον κάδο των σκουπιδιών.
Αυτός είναι ο κύκλος της ζωής...
Σκληρός, αμείλικτος και δεν σταματάει να προχωράει παρά μόνο, πάντα εμπρός...

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ.


Μιά φωτογραφία σου!
Μιά φωτογραφιία σου ζητάω!
Να συγκρίνω την ανάμνησή μου με την πραγματικότητα.
Να ξαναθυμηθώ τα μάτια σου, το βλέμμα σου, την ματιά σου, το χαμόγελό σου.
Πόσο ανόητη ήμουν να πιστέψω οτι μπορεί να σε ξεχάσω, να σε ξεπεράσω.
Όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο πολύ μου λείπεις!
Όσο πιο πολλούς ανθρώπους γνωρίζω, τόσο πιο πολύ σε εξιδανικεύω.
Εσύ, με τα χιλιάδες ελαττώματα, εσύ, που μου’λεγες, τι θέλω εγώ να μπλέξω με σένα που ήσουν σαθρός;  Έτσι δεν μου’λεγες;
Χαλασμένος! Αυτό έλεγες! Σάπιος! “Rotten”, μου’χες πει την πρώτη φορά που σε γνώρισα, και ‘γω, με τα φτωχά τότε αγγλικά μου, είχα ψάξει στο λεξικό για να βρω τι σημαίνει αυτό. “Rotten” εσύ, ο άσπιλος, ο αμόλυντος, εσύ που βουτούσες κάθε στιγμή στην βρώμα του κόσμου και κατάφερνες να βγαίνεις καθαρός.
Εσύ με τα χίλια ελαττώματα, που κανένα τους δεν κατάφερε ποτέ να σε κάνει να φανείς κακός και άσχημος.
Χαμογελούσαν τα μάτια σου για μιά στιγμή, και όλα μπορούσε να σου τα συγχωρέσει κανείς!
Έφυγα κάποια στιγμή, όπως έπρεπε να κάνω.
Με αναζήτησες, αντιστάθηκα.
Πίστεψα πως σε ξεπέρασα.
Πως σε νίκησα! 
Γύρισα πίσω και προκάλεσα τον εαυτό μου να σε ξαναδώ.
Σε αντίκρυσα στο κρεβάτι , άρρωστο πιά, αδύναμο ατημέλητο. Έμεινα λίγα λεπτά μαζί σου, και έφυγα τρέχοντας γιατί φοβήθηκα! Γιατί δείλιασα!
Τον εαυτό μου φοβόμουν, συνειδητοποιώ τώρα πιά.
Φοβόμουν να μείνω, γιατί κατά βάθος ήξερα πως δεν σε είχα ξεπεράσει.
Λίγο αν έμενα ακόμα δίπλα σου, αυτή η ακαταμάχητη γοητεία σου θα με είχε συνεπάρει πάλι και θα ήμουν έρμαιό της.
Κρατήθηκα μακρυά σου, στους τελευταίους μήνες της ζωής σου.
Πόσο μετανοιώνω γι’αυτό τώρα! Πόσο μου λείπεις. Θεέ μου!
Πόσο θάθελα να σου είχα κρατήσει το χέρι στις τελευταίες σου στιγμές!
”Να’σαι πάντα ερωτευμένη με την ζωή”, μου έλεγες, “Μην ψάχνεις ανθρώπους μου’λεγες, να βρισκεις!”
Σε είχαν κάνει σοφό τα ναρκωτικά. Σε κατέστρεψαν, σε σκότωσαν, αλλά σου έδωσαν μιά σοφία που ποτέ αλλοιώς δεν θα είχες αποκτήσει.
Σε πήραν απο μένα κα σ’έδωσαν στ’αστέρια.
Δεν ξέρω αν θα ‘μασταν ακόμα μαζί αν ήσουν αλλοιώς. Σε χάσαμε όλοι όσοι σε αγαπούσαμε,και κάποιοι, σε ξεχάσανε κιόλας!
Σε άλλους, μας λείπεις. 
Μαθαίνεις όμως, να ζεις με την απουσία κάποιου. 
Συνηθίζεις να ζεις χωρίς αυτόν!
Συνεχίζεις! 
Δεν μπορείς να κάνεις και αλλοιώς!
Η ζωή προχωράει, και μαζί της προχωράμε και εμείς,
Μας έρχονται τα ανάποδα και τα στραβά, σκύβουμε το κεφάλι, και μετά ξανασηκωνόμαστε.
Έτσι δεν με ήθελες; Έτσι δεν μου’λεγες;
Πως άμα ήμουν δυνατή, όλα θα τα μπορούσα;
Έτσι είμαι λοιπόν! Δυνατή!
Να σε σκέφτομαι και να μου λείπεις, και να αντέχω! 
Να προχωράω στη ζωή μου, ακόμα και αν μου είναι αβάσταχτη η θύμησή σου! 
Και να έχω την δύναμη, κάτι τέτοια απογεύματα να σε θυμάμαι θαμπά, και να ψάχνω απελπισμένα για μιά φωτογραφία σου!

Υ.Γ. Τις άσπρες πασχαλιές που μου είχες κάποτε στείλει, τις έκανα νυφιάτικη ανθοδέσμη, και έτσι, έγιναν οι γάμοι μου μνημόσυνο στο χαμό σου.
Σε πήρε η άσπρη σκόνη και σε σκόρπισε στον αέρα, να σ’αναπνέω καθημερινά, για το υπόλοιπο της ζωής μου!

La complicité des vieux amants.

Μπορείς να το καταλάβεις από την άνεση που ανάβει το τσιγάρο και της το δίνει μετά.
Από τον τρόπο που μπορεί να πιεί μιά γουλιά ποτό από το ποτήρι της.
Από την ευκολία με την οποία μπορεί τυχαία να αγγίξουν τα χέρια τους, ή να ακουμπήσουν τα σώματά τους, χωρίς να νοιώσουν ούτε για μιά στιγμή άσχημα.
Αυτοί οι δύο άνθρωποι, έχουν βρεθεί ξανά, μαζί , στο παρελθόν.
Έχουν αγκαλιαστεί τα σώματά τους, έχουν κοιμηθεί και έχουν ξυπνήσει αγκαλιά.
Μπορεί να βρίσκονται σήμερα τυχαία, στο ίδιο δωμάτιο, να συνοδεύονται από άλλους ανθρώπους, να ήρθαν μόνοι τους ο καθένας.
Αλλά, έχουν υπάρξει μαζί!
Και αυτή η καταραμένη οικειότητα που έχει απομείνει μεταξύ τους, δεν κρύβεται από το έμπειρο μάτι του παρατηρητή.
            Μπήκα στο δωμάτιο αργοπορημένη, και αφού ζήτησα συγγνώμη κάθισα στη μόνη άδεια θέση, ακριβώς απέναντί σου.
Στρωθήκαμε αμέσως στη δουλειά, το πρόγραμμα ήταν γεμάτο και ο χρόνος περιορισμένος.
Στο διάλειμμα, βρεθήκαμε ο ένας δίπλα στον άλλον, να ζητάμε τα ποτά μας απο το μπαρ.  Εκανα να ψάξω τα τσιγάρα μου στην τσάντα μου και μου έτεινες το δικό σου ήδη αναμμένο. Το πήρα και απομακρύνθηκα διακριτικά, καθώς πλησίαζε η γυναίκα σου.
Ολη την υπόλοιπη ώρα, κρατηθήκαμε μακρυά ο ένας απ'τον άλλον.
Στο τέλος της σύσκεψης, σου έτεινα το χέρι για να σ' ευχαριστήσω για την βοήθεια.
Μιά στιγμιαία επαφή, που έφερε πίσω άπειρες αναμνήσεις και συναισθήματα.
Τα μάτια μας διασταυρώθηκαν, τα χείλη μας έμειναν ακίνητα στο πιό δυνατό μα, αόρατο φιλί που ανταλλάξαμε ποτέ οι δυό μας!
Κάποια πράγματα δεν ξεχνιώνται ποτέ.
Τα σώματα που έχουν αγαπηθεί, έχουν άλλη μυρωδιά...

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

CYBER LOVER.

Τι παράξενα παιχνίδια που παίζει το μυαλό μας αγάπη μου!
Άρχισα κιόλας να σε ερωτεύομαι, χωρίς καλά-καλά να σε ξέρω.
Δεν έχω ακούσει ποτέ, ούτε τη φωνή σου, κι'όμως, σε βλέπω στον ύπνο μου και ανησυχώ για σένα.
Σε "νοιώθω" στενοχωρημένο, κουρασμένο,αγχωμένο.
Κάπου βρίσκεσαι δίπλα μου, κι' όμως τόσο μακρυά μου.
Περιμένω τα μηνύματά σου, "χάνεσαι" για μιά μέρα και μου λείπεις φρικτά...
Σε ερωτεύομαι σιγά σιγά. Τρυπώνεις στο μυαλό και στην ψυχή μου ύπουλα, τυλίγεσαι γύρω μου όπως η αράχνη υφαίνει τον ιστό της, μου γίνεσαι "γλυκειά" συνήθεια...
Πως να εισαι άραγε στ'αλήθεια;
Είναι το χαμόγελό σου έτσι όπως το φαντάζομαι;
Είναι η αγκαλιά σου έτσι όπως τη νοιώθω όταν κλείνω τα μάτια μου;
Και τα χέρια σου;
Είναι άραγε τόσο όμορφα όσο αυτά που μου γράφουν με το πληκτρολόγιο;
Και αυτή η μελαγχολία και η θλίψη που περνάει μέσα απο τις λέξεις καi φτάνει κατευθείαν στη ψυχή μου; Είναι κι' αυτή αληθινή όπως τη νοιώθω;
Και αν ναί, πως μπορώ άραγε να σου την διώξω;
Ακούς τις μουσικές που σου αφιερώνω;
Προσέχεις τους στίχους από τα τραγούδια που διαλέγω για σένα;
Μ'ακούς;
Φτάνει η φωνή μου μέχρι τον υπολογιστή σου;
Διασχίζει το Διαδίκτυο η αγάπη άραγε;
Καταφέρνει ποτέ να φτάσει στα τερματικά μας ή χάνεται στις μαύρες τρύπες του Κυβερνοχώρου;