Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, ΒΡΟΧΗ...

Διαβάζω τα mails σου, διαβάζω το blog σου. Γράφεις για μας, για σένα, για αυτά που νοιώθεις. Ολοι αυτό δεν κάνουμε;
Με πονάνε αυτά που γράφεις, "σαν κόψιμο από χαρτί"...Πιό πολύ γιατί ο,τι λες, είναι τις πιό πολλές φορές αλήθεια.
Αλλά, τι σημασία έχει αλήθεια ή ψέμματα?
Ο,τι και νά 'ναι, είναι η πραγματικότητα και δεν αλλάζει.
Εγώ είμαι εδώ και σύ εκεί.
Και αυτά που ειπώθηκαν μεταξύ μας δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω.
Από παιδί, φαινόμουν πάντα σαν να δειλιάζω να μιλήσω.
Να φωνάξω.
Να πώ αυτό που πίστευα.
Μετά, κάποια στιγμή, θύμωσα με τον εαυτό μου, γι'αυτό. Γιατί, το νόμιζα αδυναμία μου.
Τώρα πιά κατάλαβα πως έκανα λάθος.
Ποτέ δεν φοβόμουν να μιλήσω.
Αν δίσταζα, ήταν γιατί, κατά βάθος, πάντα ήξερα πως την κουβέντα, αν την ξεστομίσεις, πάει πιά, δεν μπορείς να την πάρεις πίσω...
Αμα την ακούσουν τ'αυτιά σου, άμα χαραχτεί στο μυαλό σου, δεν ξεχνιέται.
Και δεν σε αφήνει να ξεχάσεις ποτέ!
Οσο και αν θέλεις, δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω πιά!
Εχει τελειώσει...
Σε θυμάμαι όρθιο, μπροστά στην πόρτα, έξαλλο, να μου φωνάζεις...
Σε κοιτούσα τρομαγμένη στην αρχή, παγωμένη μετά...
Σε άφησα να τα πείς όλα οσα ήθελες να πείς, να ξεθυμάνεις.
Μετά σου ζήτησα να φύγεις απο το σπίτι και να με αφήσεις μόνη.
Δεν ήθελα να νοιώσω τίποτα.
Προτίμησα να μην αισθανθώ απολύτως τίποτα εκείνη τη στιγμή.
Ούτε θυμό, ούτε οργή, ούτε λύπη, ούτε απογοήτευση.
Ηπια λίγο νερό, και μαζί με τις γουλιές κατάπινα και τις κουβέντες σου.
Κα όταν σιγουρεύτηκα οτι τις είχα χωνέψει και δεν αντηχούσαν πιά στα αυτιά μου, ανέβηκα πάνω και επεσα να κοιμηθώ...
Και το πρωί που ξύπνησα, δεν ήθελα να σε θυμάμαι πιά!

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

BΡΕΧΕΙ...

Μαγιάτικη βραδυνή μπόρα...
Ακούω τα μπουμπουνητά έξω, βλέπω τις αστραπές να φωτίζουν τις κλειστές κουρτίνες κάθε τόσο.
Από το μισάνοιχτο παράθυρο, μπαίνει η μυρωδιά των γιασεμιών και του βρεγμένου χώματος.
Ο αέρας είναι ακόμα δροσερός, αλλά δεν κάνει κρύο. Μόνο, πού και πού, νοιώθεις μιά γλυκειά ανατριχίλα να περνάει πάνω από το κορμί σου.
Και ο θόρυβος της βροχής, στο πλακόστρωτο και στον κήπο, ανακατεύεται με την φασαρία του δρόμου.
Δυναμώνει η βροχή, χαμηλώνει ο θόρυβος.
Ερημώνει σιγά σιγά ο δρόμος.
Η νύχτα προχωράει, είναι αργά πιά.
Η βροχή στην παραλία είναι διαφορετική άραγε;
Σε σκέφτομαι, με σκέφτεσαι...
Σε πονάω, με πονάς...
Μού λείπεις, σού λείπω...
Μα δεν κάνω πίσω, δεν μπορώ!
Προχωράω!
Μόνο αυτό μπορώ να κάνω, να προχωρήσω...

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

ΤΟ "ΧΑΜΕΝΟ" 1% ...

Τελικά με έκανες ίδια με σένα αγάπη μου!
Η μήπως δεν με έκανες εσύ αλλά, ήμουν πάντα και εγώ έτσι;
Να κοιτάω τους άλλους, να τους ακούω να μου λένε "σ"αγαπώ", αλλά να μην μπορώ να βγάλω από το στόμα μου την πολυπόθητη απάντηση.
Να μη μπορώ να πώ "και'γώ", "και'γώ, σ'αγαπώ"...
Να φτάνει η κουβέντα μέχρι τα χείλη μου, αλλά να μην μπορώ να την ξεστομίσω.
Να κοιτάω τους άλλους, μ'αυτό το θλιμμένο και γεμάτο αγωνία βλέμμα που τόσα χρόνια έβλεπα στα μάτια σου, και να μην μπορώ να απαντήσω...
Τώρα, μπορώ να καταλάβω τί ένοιωθες τότε...
Τώρα, σε νοιώθω και 'γώ με τη σειρά μου.
Τώρα, ξέρω τι σημαίνει να περιμένει ο άλλος απο το στόμα σου να βγεί η κουβέντα, και σύ να πνίγεσαι και να μην μπορείς να την ξεστομίσεις.
Και δεν είναι οτι δεν τον αγαπάς, δεν είναι οτι δεν τον "νοιάζεσαι", ή δεν τον πονάς τον άλλον!
Αντίθετα! Πονάς και νοιάζεσαι περισσότερο κιόλας!
Αλλά, είναι αυτό το καταραμένο 1% που λείπει, πού σού λείπει, και πού χωρίς αυτό, δεν ξεστομίζεται η άτιμη η λέξη.
Αυτό το 1%, που ξέρεις οτι δεν θα το βρείς ποτέ.
Πού, λές και βγήκες ελλατωματικός εσύ από το εργοστάσιο, και δεν το έχεις, δεν θα το αποκτήσεις ποτέ, και κατά συνέπεια, δεν θα μπορέσεις ποτέ και να το δώσεις σε κανέναν...
Και έτσι θα μείνεις, σαν τον Σίσυφο, να ανεβοκατεβαίνεις με το φορτίο της αγάπης σου στην πλάτη, ψάχνοντας αιώνια, να το ξεφορτώσεις κάπου, να το προσφέρεις, και να το δεχτείς.
Αλλά, ποτέ, ποτέ κανένας δεν θα βρεθεί να μπορέσει να σε ξελαφρώσει, κανένας δεν θα πορευτεί μαζί σου στην ανηφόρα σου, και κανείς δεν θα σου δώσει χέρι να μην γλιστρήσεις στην κατηφόρα.
Γιατί απλά, εσύ, κανένα χέρι δεν μπορείς να πιάσεις, από πουθενά δεν μπορείς να κρατηθείς...

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΤΡΙΤΗ ...

Ξημέρωσε μιά περίεργη Τετάρτη, σαν Τρίτη απόγευμα.
Ηθελα να βάλω στο FACEBOOK to "Tuesday Afternoon" των Moody Blues, αλλά ξαφνικά συνειδητοποίησα οτι ήταν Τετάρτη και δεν ήξερα κανένα τραγούδι για την Τετάρτη, και τελικά δεν ήξερα τι να κάνω...
Μού'ρθαν στο μυαλό κάτι τραγούδια του Μικρούτσικου με τα Υπόγεια Ρεύματα, και μετά κάτι άλλα των Scorpions, αλλά, κανένα δεν μού καθόταν καλά στο μυαλό μου...
Ούτε και στην διάθεσή μου...
Ακουγα στο ραδιόφωνο για την αυριανή γενική απεργία, εγώ είμαι σε απεργία εδώ και καιρό...
Το μυαλό μου δεν δουλεύει, έχει μπλοκάρει, και το χειρότερο, δεν ξέρει και τί ακριβώς ζητάει...
Δεν υπάρχουν αιτήματα!
Δεν υπάρχουν δικαιώματά του που καταπατώνται, δεν υπάρχουν δεδουλευμένα που απαιτούνται, δεν υπάρχει διάθεση για αγώνες.
Μόνο παραίτηση.
Γύρισα το ραδιόφωνο σε ένα σταθμό που έπαιζε μόνο μουσική, και το άφησα στην τύχη...
Ας διαλέξει ο παραγωγός τα τραγούδια σήμερα...

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Μια φλούδα φεγγαριού με άρωμα καρπούζι...

Βγήκε νωρίς, έτσι κάνει πάντα όταν είναι μικρό, νέο, καινούργιο.
Σχεδόν τα αστέρια δεν είχαν βγεί όλα στον ουρανό την ώρα εκείνη, και "κείνο, ήταν μιά φλουδίτσα τόση δα.
Αχνά, γύρω γύρω, μπορούσε κανείς να διακρίνει όλο το υπόλοιπο, ολοστρόγγυλο, σαν κρυμμένο πίσω από την κουρτίνα σώμα, που πιό πολύ η φαντασία σου το βλέπει, αλλά που ξέρεις πώς είναι εκεί, αληθινό, ζωντανό, και πως σε λίγες μέρες, θα μπορείς να το αγγίξεις.
Και έτσι, αρκείσαι να το προσμένεις, να το ποθείς και να το φαντάζεσαι...
Στην ατμόσφαιρα, είχε μιά αίσθηση νοτισμένης υγρής προσμονής, και ο αέρας που φυσούσε επίμονα, ερχόταν και αυτός από τον νοτιά και σου τρύπαγε τα κόκκαλα στις παληές πληγές με εναν γλυκό πόνο.
Τα ξεραμένα από την δίψα χείλη μου είχαν ακόμα την γεύση του μεσημεριάτικου καρπουζιού, και ας ήταν ήδη σούρουπο, και η ματιά μου ήταν κολλημένη πάνω του, ψηλά στον ουρανό.
Και 'κείνο, ήταν ακόμα εκεί, σαν την φλούδα του καρπουζιού, που είχα ήδη φάει και είχα πετάξει κιόλας στα σκουπίδια.
Λίγο, ελάχιστο, αλλά φωτεινό και πεισματάρικο, να μου λέει πως το καλοκαίρι μόλις άρχιζε και το καρπούζι είχε ακόμα πολύ για να τελειώσει...

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙΑ...

Ετσι μύριζε η νύχτα!
Μια μυρωδιά που σου διαπερνούσε τα ρουθούνια και σε χτυπούσε κατευθείαν στην καρδιά.
Το κεφάλι σου άρχιζε να γυρίζει από μια γλυκειά ζαλάδα, αμέσως μετά τις δύο-τρείς πρώτες ανάσες, και μια απαλή νάρκη τύλιγε το κορμί σου και παρέλυε ενα-ενα τα μέλη σου.
Πρώτα άρχιζαν να λυγίζουν τα πόδια, μετά, μούδιαζαν τα χέρια και το στόμα, μετά σφιγγγόταν το στομάχι σου, και τελευταία άρχιζε να χτυπά δυνατά η καρδιά, και ακουγόταν λές μέχρι έξω.
Καλοκαιριάτικη νύχτα, χωρίς φεγγάρι.
Με τον ουρανό στολισμένο ολόκληρο με άστρα, άλλα μικρά και άλλα μεγαλύτερα.
Με μιά ελαφριά δροσιά να σε διαπερνά και να σου προκαλεί ενα ανεπαίσθητο ρίγος, τόσο όσο χρειάζεται για να νοιώσεις την ανάγκη να σφιχτείς πάνω σε κάποιον, να κολλήσεις, να νοιώσεις την ζέστη ενός άλλου κορμιού.
Οχι περισσότερο. Μέχρις εκεί!
Μετά, να τραβηχτείς πάλι μακρυά, να κρατήσεις τις αποστάσεις σου, τα στεγανά σου.
Σαν ενα παραμύθι που κινείται...
Που δεν σταματάει ποτέ, και που όλο συνεχίζει την ιστορία του με καινούργιες αλήθειες κάθε φορά...
Μόνο οι λοξές ματιές και αυτό το ανεπαίσθητο χαμόγελο μένουν και θυμίζουν πως η ιστορία έχει ξαναειπωθεί...

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΔΥ.

Κάθε βράδυ, θα σου ανάβω ένα αστέρι στον ουρανό, για να μην φοβάσαι το σκοτάδι.
Κοίταξε ψηλά να δείς, πόσα αστέρια έχει.
Ποτέ πιά δεν θα φοβηθείς.
Ποτέ πιά δεν θα είσαι μόνη.
Θα σ'ακολουθεί παντού, όλη την νύχτα, το αστέρι σου.
Και θα σου κρατάει συντροφιά.
Ετσι μού 'χες πεί.
Κι' ύστερα έφυγες!
Εμαθαν τα μάτια μου να βλέπουν στο σκοτάδι πιά.
Εκανα τη νύχτα σύντροφό μου.
Κοιτάζω ψηλά και βλέπω τ'αστέρια.
Δεν ξέρω ποιό είναι το δικό μου τώρα.
Δεν ξέρω καν, αν μου ανάβεις ακόμα, ένα κάθε βράδυ.
Ολα λάμπουν.
Ολα τον ίδιο ουρανό φωτίζουν...τελικά...