Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΟΣΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΕΙΠΩΘΟΥΝ"...

Την κοίταζε στα μάτια, κρατώντας της σφιχτά το χέρι...
Αυτό της το βλέμμα, το χαμένο και απλανές, την τσάκιζε.
"Τι σκέφτεσαι μάνα μου;" τη ρώτησε. Αλλά απάντηση δεν πήρε...
Της χάϊδεψε με το ένα χέρι το κεφάλι και το πρόσωπό, το άλλο, της το κρατούσε σφιχτά, δεν της το άφηνε...
"Πού είναι η μαμά σου;" την ρώτησε...
"Εδώ, μάνα μου, εδώ", της απάντησε."Μέσα πήγε λίγο, στο άλλο δωμάτιο"...
"Α..."
Εμειναν έτσι ακίνητες και αμίλητες για κάμποση ώρα, η καθεμιά τους βυθισμένη στις σκέψεις της.
Η κόρη κρατούσε το χέρι που η μάνα έσφιγγε και δεν άφηνε, και αναρωτιόταν πού πήγε η μάνα που πάταγε και έτριζε η γή γύρω.
Η μάνα δεν μιλούσε, δεν σκεφτόταν , κοιτούσε αφηρημένα μπροστά, και έσφιγγε το χέρι της κόρης που νόμιζε για μάνα της, με δύναμη και φόβο.
Σαν μωρό παιδί...
Σιγά σιγά, όσο περνούσε η ώρα, και η κόρη έπαψε να σκέφτεται.
Μόνο ένοιωθε και απολάμβανε το σφίξιμο του χεριού.
"όσο ακόμα το έχω, όσο προλαβαίνω"... Γιατί ο χρόνος τώρα, μετρούσε ανάποδα.
Κοίταγε το μικροκαμωμένο ζαρωμένο κορμί με μιαν αγάπη μητρική σχεδόν, και συνειδητοποιούσε πως δεν ήξερε πιά, αν ήταν μάνα, ή αν ήταν κόρη, ή αν τελικά ήταν και τα δυό μαζί.
Σαν πέρασε η ώρα, σηκώθηκε.
"Αντε μάνα μου, πάω τώρα, αύριο πάλι θά'ρθω"...
"Ναί , ναί αγάπη μου, να προσέχεις,να προσέχεις, σ'αγαπώ πολύ, πάρα πολύ!"
"Θα προσέχω αγάπη μου, μην ανησυχείς εσύ"...
Τελικά, η μάνα, ακόμα και έτσι δεν ξέχναγε ποτέ να είναι μάνα.
Και η κόρη, που δεν έκανε δικά της παιδιά, μάθαινε τώρα από την μάνα της, τι θα πεί μητρότητα...

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "PUTE DE VIE"...

Elle a bien laissé ses traces sur son corps. Mais celles qui lui faisaient le plus de mal c'étaient les traces sur son coeur...
Είχαν χωρίσει φιλικά...
"Δεν σε καταλαβαίνω", "δεν μπορώ να σε καταλάβω", της είχε πεί, εκεί, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου του, με τα ρούχα και τα βιβλία του ριγμένα ακατάστατα στο πίσω κάθισμα.
Εκείνη δεν μιλούσε.
Δεν είχε τίποτα πιά να πεί...
Και έτσι εκείνος είχε μπεί στο αυτοκίνητο, είχε βάλει μπρος τη μηχανή, την κοίταξε μιά τελευταία φορά, πρίν κάνει όπισθεν, και μετά βγήκε από το γκαράζ, ενώ, ένοιωθε ήδη οτι αυτή είχε κλείσει την πόρτα πίσω της...
Ενα χρόνο και, αργότερα, στεκόταν πάλι στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Εσφιγγε τα χείλη της και δεν μιλούσε.
Εκείνος τη ρώτησε αν ένοιωθε "ανακουφισμένη"...
"Δεν θέλω να συζητήσω τί νοιώθω" του απάντησε...
Εκλεισε την πόρτα πίσω της,
Τι ένοιωθε στ'αλήθεια;
"Δεν θέλω να το συζητήσω" είπε στον εαυτό της.
Ανέβηκε στην κουζίνα και έψησε καφέ.
Μετά, μπήκε στον υπολογιστή της και άρχισε να σβήνει τις φωτογραφίες τους.
Δεν ήθελε πιά να θυμάται... Δεν ήθελε να βλέπει...
"Πως φτάσαμε ως εδώ;" αναρωτήθηκε.
"Γιατί γαμώτο να γίνονται τελικά οι άνθρωποι έτσι;"
Πού ήταν τώρα πιά τα γέλια τους; Πού ήταν η ευτυχία που ξεχύλιζε από τα πρόσωπά τους λίγους μήνες πρίν;
Τώρα δεν είχαν μείνει παρά δυό χαρακωμένες ψυχές, δυό καρδιές που αιμοραγούσαν, δυό σώματα που οι πληγές τους έτσουζαν σαν να είχαν πάνω τους αλάτι αντί για βάλσαμο.
"Πουτάνα ζωή"! ψιθύρισε.
"Πουτάνα ζωή!" πιό δυνατά αυτή τη φορά, και τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν...
"Ολα τα διαλύεις, όλα σου τα χρωστάω τελικά..."
"Αραγε, θα πατσίσω ποτέ μαζί σου;" αναρωτήθηκε.
"Ο επόμενος!"
Ακούστηκε η φωνή του ταμία της τράπεζας, και την έβγαλε βιαστικά από τις σκέψεις της...
Κατέβασε τα γυαλιά της από το κεφάλι της, για να καλύψει τα βουρκωμένα μάτια της, πλησίασε το γκισέ...
"Καλημέρα, μία ανάληψη, δύο πληρωμές λογαριασμών και μία κατάθεση... ψυχής...

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "POESIAS DE AMOR"...

"And now you're mine"...
Και ξαφνικά, έπαψε να είναι κάποιου άλλου, έπαψε να ανήκει στον εαυτό της, και ανήκε σε 'κείνον...
"Τώρα πιά είσαι δική μου"...
Ετσι, απ΄τη μιά μέρα στην άλλη.
Απ' τη μιά στιγμή στην άλλη...
Κάποιος που μέχρι χτές δεν ήξερε, σήμερα τη διεκδικούσε.
Την ήθελε δική του.
Ήθελε τον αέρα που αναπνέει, τα χρώματα που βλέπουν τα μάτια της, ήθελε όσα αγγίζουν τα χέρια της, όλα τα αρώματα πού μυρίζει η μύτη της, όλες τις γεύσεις που γεύεται το στόμα της.
Ολα αυτά, τα ήθελε να είναι μόνο για εκείνον , όλα αυτά ήθελε να είναι μόνο Αυτός...
Και 'κείνη, ήταν ο Ηλιος και το Φεγγάρι του, και όλα τα αστέρια του ουρανού, ήταν η Γή του, πού πατούσε, αλλά πνιγόταν, έλειωνε κάτω από το βάρος όλης αυτής της απέραντης αγάπης του γι'αυτήν.
Της έγραφε ποιήματα από τις κουβέντες της, ζωγράφιζε γι'αυτήν απ'το χαμόγελό της, έφτιαχνε μουσική από το γέλιο της...
Και 'κείνη, πότιζε τα λουλούδια του κήπου της με τα δάκρυά της, που του τά'κρυβε κάθε βράδι...οταν μετά τον έρωτά τους, αυτός την έπαιρνε σφιχτά στην αγκαλιά του για να σιγουρέψει οτι ήταν εκεί, δική του, και αποκοιμιόταν με την σιγουριά και την ηρεμιά του χορτασμένου αρσενικού...
Ποτέ του δεν κατάλαβε, πως η πρωϊνή δροσιά του τριαντάφυλλου στο βάζο, δίπλα στον καφέ του είχε την γεύση των δακρύων της.
Ούτε γιατί, οταν εκείνη έφυγε απο κοντά του, τα τριαντάφυλλα μαράθηκαν.
Οπως άνθισε αυτή, οταν ένοιωσε επιτέλους μόνη και ελεύθερη...

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΤΑΡΑΤΣΑ"...

Σήκωσε το στρώμα από το κρεβάτι, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και το έσυρε έξω, στο στενό μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας.
Ισα-ίσα που χώραγε το στρώμα, στο μπαλκόνι, αλλά ήδη, ήταν πιό δροσερά από μέσα.
Εστρωσε το κατωσέντονο και πήρε το μαξιλάρι της. Η ζέστη ήταν τόση που ούτε διανοήθηκε να πάρει και το πανωσέντονο μαζί της.
Ξάπλωσε στο στρώμα, και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Ενα αστέρι έσβηνε εκείνη την ώρα, μα δεν πρόλαβε να κάνει ευχή.
Ομως, σβήνοντας, έφερε λίγη δροσιά στο ιδρωμένο της κορμί, και την έκανε να αναστενάξει...
Από το κάτω μπαλκόνι ανέβαινε στα ρουθούνια της η μυρωδιά του γιασεμιού που είχε η γλάστρα του γείτονα.
Στο ρετιρέ τής απέναντι πολυκατοικίας, δυό κοπελλίτσες κρυφογελώντας, προσπαθούσαν και αυτές να τραβήξουν τα στρώματά τους έξω στη βεράντα, χωρίς να κάνουν φασαρία, μην ξυπνήσουν τους γονείς τους.
Τα διάφανα νυχτικά τους, με τα φιογκάκια και τις δαντελίτσες στους ώμους, τις έκαναν να φαίνονται σαν νεραϊδες έτσι όπως χοροπηδούσαν χαρούμενα μεσ'την ζεστή νύχτα.
Κάπου, λίγο πιό μακρυά, στον παρακάτω δρόμο, ενα ραδιόφωνο έφερνε βραδυνές μουσικές και τις ανακάτευε με τον θόρυβο απο τα αυτοκίνητα.
Δυό γάτοι, στην άκρη του δρόμου έλυναν τις διαφορές τους με δυνατά νιουρίσματα, ενώ ενας τρίτος έψαχνε φασαριόζικα στα σκουπίδια για κανα μεζέ...
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να πάρει ενα ποτήρι κρύο νερό, και αφού πρώτα ξεδίψασε, μετά, με την ανάστροφη της παλάμης της, πήρε την δροσιά του ποτηριού και την πέρασε πίσω απ' τον λαιμό της.
Αφησε το φώς του χώλ ανοιχτό για να φωτίζει λίγο το σπίτι, και βγήκε στο μπαλκόνι. Ξαπλωσε στο στρώμα της και έκλεισε τα μάτια της.
Ολη η πόλη έμοιαζε σήμερα να βρίσκεται στις ταράτσες των σπιτιών.
Απο τις γλάστρες στα μπαλκόνια, τα γιασεμιά και οι γαρδένιες, μαζί με τους βασιλικούς, ανακατεύονταν με το καυσαέριο και την υγρή ζέστη, και σχεδόν σε μεθούσαν...
Στριφογύρισε ακόμα μερικές φορές στο στρώμα της.
Κάθε φορά που λίγο φυσούσε, ένοιωθε να την παίρνει ο ύπνος.
Μετά, η ζέστη γινόταν αφόρητη ξανά και μισοξυπνούσε πάλι.
Κόντευε να περάσει η νύχτα, από την μιά μεριά του ουρανού, είχε κιόλας αρχίσει να χαράζει...
Ενα κουνούπι βούϊζε στ'αυτιά της.
Σηκώθηκε ακόμα μιά φορά. Τώρα, ακούμπησε το σώμα της στα κάγκελα και αφέθηκε, να χαζεύει τον ουρανό που φώτιζε σιγά-σιγά, τ'αστέρια που χάνονταν, το φεγγάρι που είχε βρεθεί από την άλλη μεριά του μπαλκονιού της.
"Ολες οι πόλεις είναι ίδιες" σκέφτηκε, "οταν ξημερώνουν"...
"Κοιμούνται, κάνουν έρωτα, ζεσταίνονται, ιδρώνουν, αναστενάζουν, ονειρεύονται"...
Ολες ίδιες είναι...
Της φάνηκε πως άκουσε ενα κοκκόρι να λαλεί, ή, μπορεί και να ήταν ο ιμάμης από το τζαμί, ίσως και η καμπάνα από την εκκλησία της πλατείας.
Ο ήλιος της τρυπούσε τα μάτια, και το ξυπνητήρι δεν έλεγε να σταματήσει.
Πάτησε το κουμπί για να το κλείσει, κοίταξε την ώρα. 6.30.
Τα κοριτσόπουλα στο απέναντι μπαλκόνι κοιμόντουσαν του καλού καιρού.
Το ραδιόφωνο είχε σωπάσει πιά, το γιασεμί είχε ανακατευτεί με την μυρωδιά του καφέ που σε κάποια κουζίνα ήδη ψηνόταν, και αυτή έπρεπε να σηκωθεί για να πάει στη δουλειά της...

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΚΛΕΙΣΕ ΤΙΣ ΠΕΡΣ(Ε)ΙΔΕΣ"...

Κατέβασε τα ρολλά!
Μην αφήσεις τον ήλιο να μπεί στο σπίτι σήμερα.
Ούτε και την ισχνή γραμμούλα του καινούργιου φεγγαριού, που θα φανεί για λίγο στον ουρανό το βράδυ και γρήγορα θα δύσει, δίνοντας χώρο στην αστερόσκονη που θα πασπαλίσει τα όνειρα εκείνων που ακόμα μπορούν και ονειρεύονται.
Χώσου κάτω από τα σκεπάσματα, όση ζέστη και αν κάνει.
Σκέπασε το κεφάλι σου με το μαξιλάρι, κλείσε τ' αυτιά σου, να μην ακούσουν τραγούδια από τα διπλανά διαμερίσματα.
Τούτη η πόλη είναι βάσανο πιά, σαν τη ζωή που ζούμε.
Πέρσι στο Νότο, την γλύτωσα.
Δεν τα είδα.
Κανένα τους δεν μ'αγγιξε, κανένα τους δεν με ξεγάλασε με ψεύτικες υποσχέσεις...
Μα, φέτος, είμαι πάλι εδώ.
Και 'κείνα, είναι έτοιμα να με χρυσώσουν πάλι, να με μαγέψουν, να μου ψιθυρίσουν γλυκόλογα στ'αυτί, να με πλανέψουν, να τυφλώσουν τα μάτια και το νού μου,να με τρελλάνουν.
Και μετά, το πρωί, με το ξημέρωμα, να χαθούν, αφήνοντάς με να σπαράζω πάνω στο άδειο κρεβάτι...
Μη μ'αφήσεις να βγω στον κήπο το βράδυ.
Κλείσε τα παράθυρα και την πόρτα από τώρα.
Ακου την καρδιά μου, πάει να σπάσει κιόλας από την λαχτάρα...
Θυμάμαι πρόπερσι...
Ξαπλωμένοι στο χορταριασμένο κρεβάτι, πάνω στο σωμιέ, χωρίς στρώμα, με τον ουρανό για ταβάνι και το δάσος για δωμάτιο... και τα πεφταστέρια να μας βρέχουν για να δροσίζουν την κάψα της ψυχής και των κορμιών μας...
"οταν θα πονάει το κορμί μου πιό πολύ απ'τη ψυχή μου", σού'χα πεί, "θέλω να με βάλεις πάνω στη μηχανή, να πατήσεις γκάζι και να μ'αφήσεις να γλυστρίσω σε μιά κλειστή στροφή. Μου το υπόσχεσαι;"
Μα εσύ δεν μου απάντησες...
Το ξέρω πως ξυπνάς τη νύχτα από το παραμιλητό μου.
Κι'ας μη μου λές τί μ'άκουγες να λέω στον ύπνο μου.
Φαίνεται στα μάτια σου.
Κι' έχω τις λέξεις στο στόμα μου, σαν κατακάθι από πικρό καφέ, κάθε πρωί, οταν ξυπνώ.
Τώρα ξέρω γιατί δεν με ξυπνάς πιά οταν φεύγεις το ξημέρωμα.
Γιατί έπαψες να με φιλάς στο στόμα, και μόνο ενα φιλί στο μέτωπο μου δίνεις, πριν κοιμηθείς το βράδι.
Απόψε δεν θέλω να δώ τ'αστέρια να βουτάνε στην ψυχή μου.
Δεν θέλω να μείνω ξύπνια!
Αν δεις ένα σκιάχτρο στην παραλία μη φοβηθείς. Εγώ τό'φτιαξα με τα ρούχα της παλιάς μου ζωής, αυτής που δεν θέλω να θυμάμαι, αλλά που δεν μπορώ να βγάλω και από πάνω μου, γιατί, έχει κολλήσει στο δέρμα μου σαν το πουκάμισο του Ηρακλή...
Ν' ακούσεις τη θάλασσα που θα σου μιλάει.
Σήμερα θα την παρακαλέσω να γίνει αυτή το παραμιλητό μου.
Και θάναι σαν αν με ζάλισε το νυχτολούλουδο και τ αγιόκλημα μαζί...

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ"...

Έσκυψε και κοίταξε μέσα, προσπαθώντας να δεί τι κρυβόταν κάτω από το θολό νερό...
Οι πρασινάδες που είχαν φυτρώσει γύρω-γύρω αντικατοπτρίζονταν στην επιφάνεια του νερού, και έκαναν αδύνατη την προσπάθειά της.
Από το μικρό πέτρινο τοιχάκι και τριγύρω, μέχρι το βάθος του πηγαδιού, δεν έβλεπες τίποτα περισσότερο από τα άγρια φυτά, και μόνο, ένοιωθες την δροσιά του νερού από το βάθος, σαν μιά μαγική μυστική δύναμη να σε καλεί να πάς κοντά του.
Έκλεισε τα μάτια της και αφουγκράστηκε το νερό από μέσα από το πηγάδι.
Έσκυψε το κεφάλι της όσο πιό πολύ μπορούσε προς αυτό...
Κάποια στιγμή ένοιωσε οτι το βάρος, την τραβούσε προς τα κάτω...
Σκέφτηκε προς στιγμήν, ν' αφεθεί...
Σαν την Αλίκη, να πέσει μέσα, να βουτήξει, να δροσιστεί και μετά να συνεχίσει προς τα κάτω, να βρεί τον πάτο και να περάσει από κεί, μέσα από το μυστικό πέρασμα στην "άλλη" πόλη, αυτή που κυλάει από κάτω από τα πόδια μας, παράλληλα με τη δική μας.
Αυτή που δεν έχει την καυτή άσφαλτο και τα ψηλά γυάλινα κτήρια που σου κόβουν τον αέρα και την ανάσα.
Εκεί από κάτω, εκεί που ανακατεύονται οι αιώνες.
Και μπορείς να συναντήσεις τα σπίτια της αρχαίας πόλης, ανακατωμένα με αυτά της βυζαντινής...
Πέτρα και ιδρώτας, και μάρμαρο και κόκκινο βυζαντινό τούβλο, όλα μαζί.
Μία ιστορία, μιά ζωή, περασμένη πιά.
Χαμένη, στα σκοτεινά, στενά και υγρά τοιχώματα του πηγαδιού.
Ενα βατράχι αναπήδησε, ανάμεσα στο νερό και τα χόρτα, και ύστερα χάθηκε μέσα στο πηγάδι, αφήνοντας πίσω του μόνο κύκλους στο νερό...
Πού κι'αυτοί, έσβησαν τελικά, χωρίς ν'αφήσουν πίσω τους κανένα ίχνος.
Ξανακοίταξε μέσα.
Τώρα οι ακτίνες το ήλιου έπεφταν κάθετα στο πηγάδι, καθώς ήταν πιά μεσημέρι, και σκέφτηκε πως μπορεί να κατάφερνε να δεί στο νερό την εικόνα της.
Μάταια!
Τα μάτια της δεν μπορούσαν να διακρίνουν παρά το μαύρο, το θολό.
Πού και πού, κάποια ακτίνα γυάλιζε στιγμιαία και την τύφλωνε, και μετά το μαύρο γινόταν ακόμα πιό πηχτό και πιό θαμπό.
Το μόνο που ένοιωθε, ήταν αυτή η κρυάδα από την δροσιά του πηγαδιού, που ανέβαινε ίσια πάνω, και της τρύπαγε τη ραχοκοκκαλιά, κάνοντας τα μπράτσα της να ανατριχιάζουν ...καλώντας την να βουτήξει...
Ο ήλιος της έκαιγε την πλάτη.
Ο θόρυβος από τα φρένα, και η πόρτα πού άνοιξε μπροστά της, την έκαναν τα αναπηδήσει.
Πετάχτηκε από τον λήθαργό της, την είχε πάρει ο ύπνος, εκεί, καθισμένη στον πάγκο της στάσης, περιμένοντας.
Μάζεψε βιαστικά τις σακούλες με τα ψώνια και έτρεξε να προλάβει να ανέβει στο λεωφορείο, αφήνοντας πίσω της το πυρωμένο υπόστεγο της στάσης "Πηγάδι"...
Στο σπίτι, τα παιδιά θα είχαν ήδη γυρίσει και θα την περίμεναν...