Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΣΑΝ ΑΕΡΑΣ ΣΤΑ ΠΑΝΙΑ ΣΟΥ"...

Σαν αέρας στα πανιά μου, σαν πνοή ζωής, σαν δύναμη να κουνήσω τα φτερά μου...
Ετσι επεφτε πάνω μου η ματιά σου.
Και με ζωντάνευε.
Ξανά και ξανά.
Οσες φορές και αν πέθαινα,μιά σου ματιά έφτανε να με ανεβάσει ψηλά πάλι.
Να με κάνει να πετάξω.
"Το κορίτσι μου" έλεγες, και 'γω, γινόμουν άγγελος και αετός μαζί, και πέταγα ψηλά, πάνω από τα φαράγγια και τις βουνοκορφές, και χανόμουν στα σύννεφα, και μετά βουτούσα πάλι με δύναμη προς τα κάτω και πάταγα στη γή, και την ένοιωθα να τρίζει κάτω από τα πόδια μου.
Ετσι όπως έτριζε το παληό μας κρεβάτι, οταν τα μεσημέρια του καλοκαιριού ενώναμε τα κορμιά και τις ψυχές μας σε μιά δύναμη.
Ετσι όπως έτριζαν τα ξερά φύλλα μέσα στο δάσος του φθινοπώρου, οταν περπατούσαμε πιασμένοι χέρι χέρι και κάναμε όνειρα, πως θα δέσουμε τις ζωές μας σε μια βάρκα και τις δύο...
Και δεν ξέραμε τότε, οι ανόητοι, πως δεν δένονται οι ζωές, πως η δύναμη κάπια στιγμή τελειώνει,και πως, αμα πετάς πολύ ψηλά, και πλησιάζεις τον ήλιο, τα φτερά λειώνουν και τσακίζεσαι στη γή.
Και αυτό το τρίξιμο του τσακίσματος, έχει άλλο ήχο, άλλο παλμό.
Και οταν πέσεις, δεν ξανασηκώνεσαι ποτέ πιά...

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΡΟΖ"...

Το νερό ζεστό, στην γεμάτη μπανιέρα, βαφόταν σιγά σιγά, ρόζ.
Το αίμα κυλούσε αργά, και αραίωνε στο νερό, απλώνοντας μιά γλυκειά θαλπωρή στο κορμί της.
Δεν κρύωνε, δεν ένοιωθε τίποτα. Άκουγε μέσα από το δωμάτιο την απαλή μουσική, και έτσι οπως ήταν βυθισμένη μέσα στην μπανιέρα, έβλεπε το χρώμα του νερού που συνεχώς άλλαζε, και γινόταν όλο και πιό έντονο κόκκινο, και αυτή, νύσταζε λίγο λίγο , και αφηνόταν στην γλυκιά μουσική, και την ζέστα του νερού που τώρα ήταν ανακατεμένο με το αίμα, και όλο και νύσταζε πιό πολύ, και πιό πολύ, και πιό πολύ...
Έκλεισε τα μάτια της και άφησε τον εαυτό της να ακούει την μουσική και την καρδιά της που χτυπούσε όλο και πιο αδύναμα, καθώς οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν, και τυλιγόταν στο ζεστό, ροδοκόκκινο σύννεφο.
Και ένοιωθε ελαφριά, πολύ ελαφριά...
Σαν να μην είχε πιά καθόλου βάρος, ούτε στο σώμα της, ούτε και στη ψυχή της!
Και νύσταζε, επιτέλους νύσταζε και ήθελε να κοιμηθεί... να κοιμηθεί.
"Αφήστε με ήσυχη" έλεγε σ'αυτούς που την ξυπνούσαν!
"Αφήστε με ήσυχη"!
Και βυθιζόταν όλο και πιό πολύ, στο ροζ σύννεφο, στη ζέστα και την θαλπωρή της μήτρας που την είχε γεννήσει και μετά την κορόϊδεψε και την πέταξε έξω στο κρύο και το γκρίζο...
Δεν της το είχε πεί αυτό από πρίν... Την άφηνε εννιά ολόκληρους μήνες να πιστεύει πως έτσι θα ήταν πάντα, μια ρόζ τσιχλόφουσκα με γεύση φράουλας και ζέστη, που θα την τύλιγε και θα την προστάτευε. Και την ξεγέλασε!
Αλλά τώρα, ήταν πάλι εκεί... τυλιγμένη στη αρχέγονη θαλπωρή της...
Και τι βλάκες αυτοί, που τους άκουγε να λένε "είναι αργά" "είναι πλέον πολύ αργά δυστυχώς"...
Τί αργά;
Αυτή, όλα,τώρα μόλις άρχιζαν...

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ"...

Αντηχούσε στ' αυτιά της ώρες μετά που είχε κλείσει το τηλέφωνο.
Η φωνή του!
Αυτή η βραχνή ζεστή φωνή, πού δεν είχε ποτέ της ξεχάσει, από την πρώτη φορά που της είχε ψιθυρίσει σιγανά στ'αυτί, τα ερωτικά τους γλυκόλογα.
Δεν την είχε ξεχάσει ποτέ, και ας είχαν περάσει τόσα χρόνια πιά!
Και μπόρεσε αμέσως να διακρίνει την θλίψη και την νοσταλγία που έκρυβε μέσα της.
Ίδια νοσταλγία με αυτήν που έκρυβε η δική της ερώτηση αν "ήταν καλά"...
Άλλα ήθελε να του πεί οταν τον ρώτησε αν ήταν καλά, και ήταν σίγουρη πως και εκείνος άλλα ήθελε να της απαντήσει οταν της είπε πως, "ναί ,καλά ήταν, μόνο λίγο αγχωμένος από την δουλειά"...
Μα ο κόμπος στο λαιμό της δεν την άφησε.
Τον ρώτησε τα τυπικά, αυτά που έπρεπε να ρωτήσει και μετά, δίστασε για λίγο, δεν ήθελε να κλείσει το τηλέφωνο, αλλά ήξερε πως δεν θα άντεχε και να μείνει ακόμα για πολύ στη γραμμή.
Τελικά συμφώνησαν να μιλήσουν κάποια στιγμή, μερικές μέρες αργότερα, για αυτά που ήθελε να μάθει.
Και έκλεισαν το τηλέφωνο.
Και έμεινε εκεί, κρατώντας το, κοιτάζοντάς το, βουβό πιά κι' αυτό όπως και εκείνη...
Τελικά τον είχε αγαπήσει πολύ!
Ακόμα τον αγαπούσε!
Δεν είχε να κάνει με το αν ο καθένας τους πιά τραβούσε τον δρόμο του.
Τελικά, τον είχε αγαπήσει πολύ!
Μόνο αυτόν είχε αγαπήσει έτσι στη ζωή της.
Και το ήξερε πως ποτέ πιά δεν θα ξαναγαπούσε έτσι, κανέναν άλλον.
Δεν την ένοιαζε τι έλεγαν οι άλλοι, τί έλεγε και αυτή η ίδια, αν "άξιζε τον κόπο" ή όχι.
Ούτε ήξερε, ούτε την ένοιαζε, γι' αυτό τώρα πιά μπορούσε να είναι σίγουρη.
Τόσος πόνος, τόση αγάπη, τόσα δάκρυα...
Δεν το έψαχνε πιά, αν αξιζε τον κόπο ή όχι.
Τον είχε αγαπήσει δυνατά, είχε σπαράξει από το κλάμα πάνω στο κρεβάτι της, είχε πονέσει από την απουσία και την έλλειψή του.
Είχε νοιώσει μέσα της την μαχαιριά να μπήγεται βαθειά στην καρδιά της.
Την είχε παραλύσει ο πόνος της αγάπης, το να τον θέλει απελπισμένα, και να ξέρει οτι δεν μπορεί, δεν γίνεται πιά να τον έχει.
Το είχε νοιώσει αυτό, και άξιζε τον κόπο. Όσο και αν το είχε πληρώσει ακριβά.
Αξιζε γιατί, έτσι είχε νοιώσει πως ήταν ζωντανή!
Γιατί ζωντανός, δεν είσαι μόνο οταν γελάς, είσαι και όταν κλαίς... ιδίως όταν κλαίς.
Όταν νοιώθεις πως η ψυχή σου κοντεύει να φτάσει στο στόμα σου από τον πόνο!
Έτσι όπως σου κόβεται η ανάσα από ενα φιλί, την μιά στιγμή, και την άλλη, η πίκρα και το παράπονο σε σκοτώνουν όπως το δηλητήριο.

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΦΥΣΟΥΣΕ Ο ΑΕΡΑΣ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ"...

Μπερδεύονταν οι μπούκλες της καθώς τις φυσούσε με μανία ο αέρας.
Έπεφταν ανακατωμένες μπροστά στο πρόσωπό της και την τύφλωναν, δεν μπορούσε να δεί καθαρά, και οι άκρες τους, καθώς εμπαιναν καμμιά φορά μέσα στα μάτια της την έκαναν να δακρύζει.
Μα εκείνη, έτσι κι'αλλοιώς, ήταν δακρυσμένη. Ετσι και αλλοιώς, ηταν τυφλωμένη από τον θυμό και τον έρωτα, έτσι και αλλοιώς, δεν έβλεπε τίποτα μπροστά της.
Μόνο το πρόσωπό του, τη φιγούρα του έβλεπε με το νού της, καθώς ξεμάκραινε, έτσι ψηλός και αδύνατος, με τις φαρδειές του πλάτες, και το νωχελικό, σχεδόν αναιδές περπάτημά του...
Να φεύγει τον έβλεπε, με το νού της, γιατί τα μάτια της δεν διέκριναν τίποτα πιά.
Είχε χαθεί από τον ορίζοντά της, εδώ και αρκετή ώρα, μπορεί και ώρες, ούτε ήξερε πιά πόσος χρόνος είχε περάσει.
Ηταν ακόμα εκεί, καθισμένη στο πυροβολείο, με την θάλασσα ανταριασμένη μπροστά της, τον αέρα να της ανακατεύει τα μαλλιά και τα μυαλά, και την φιγούρα του να φεύγει , πίσω της!
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η υγρασία της θάλασσας την τύλιγε σε ενα μανδύα απραξίας.
Ακίνητη, καθόταν εκεί, με τα μάτια της βουρκωμένα και τα μέλη της μουδιασμένα, σαν την ψυχή της.
Σιγά σιγά, άρχισαν να παγώνουν τα χέρια της και τα πόδια της, ήταν Νοέμβρης πιά, όση λιακάδα και αν είχε το πρωί τώρα το βράδυ, είχε κρύο.
Έκανε μιά προσπάθεια να σηκωθεί. Παραπάτησε, και όπως ακούμπησε την παλάμη της στο χώμα για να στηριχτεί, ενα αγκάθι μπήχτηκε στο δάχτυλο της και την πόνεσε.
Τώρα πιά, τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της χωρίς σταματημό. Ηταν παράπονο, ήταν ο πόνος από το αγκάθι, ήταν ο πόνος του χωρισμού, ήταν η μελαγχολία του σούρουπου, η θάλασσα που ήταν φουρτουνιασμένη, ο αέρας που φυσούσε και την μπέρδευε...
Προσπάθησε να σηκωθεί ξανά, στάθηκε για ένα λεπτό όρθια, ακίνητη, κοιτώντας τη θάλασσα.
Μαζεψε τα μαλλιά της, έτσι μπερδεμένα όπως ήταν πίσω σε μια μικρή αλογοουρά και σκουπίζοντας τα μάτια της, πήρε τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.
Η φιγούρα του δεν ήταν πουθενά πιά...Ούτε στο δρόμο ουτε στο μυαλό της. Είχε χαθεί...
Μέχρι να φτάσει στο σπίτι από το στενό δρομάκι, είχε αρχίσει να ψιχαλίζει, ενώ η θάλασσα και ο αέρας κόπαζαν σιγά σιγά.
"Θα κάνει μπόρα" σκέφτηκε κοιτάζοντας τον μολυβί ουρανό...
Μα δεν την ένοιαξε...
Για 'κείνη, η μπόρα είχε ήδη ξεσπάσει, και κόντευε κιόλας να κοπάσει...

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ".

0% FULL. Έτσι έγραφε ο δείκτης του φεγγαριού στην ιστοσελίδα της.
0%... Εντελώς καινούργιο δηλαδή.
Ανύπαρκτο και υπαρκτό συγχρόνως, στο 0% , σαν την ζωή της!
Πόσο πολύ μπορεί να είναι το 0%, όταν στη ζωή σου ψάχνεις για το 100% και δεν συμβιβάζεσαι ούτε με το 99%;
Είχαν χωρίσει γιατί της έλειπε αυτό το 1% του, γιατί αυτό το καταραμένο 1% βρισκόταν αλλού, σε κάποιο άλλο σπίτι, σε μιαν άλλη ζωή.
Σήμερα το βράδυ κοίταζε τον πανέμορφο ουρανό γεμάτο αστέρια, χωρίς ούτε ένα σύννεφο, και ούτε καν μιά ιδέα φεγγαριού να τον φωτίζει, και αναρρωτιόταν τί σήμαινε το 0% του φεγγαριού...
Πού ήταν δηλαδή το φεγγάρι σήμερα; Ποιό κομμάτι τ' ουρανού φώτιζε αυτό το 0%.
Και πόσο λειψή μπορεί να είναι η πανσέληνος του 99%;
Πόσο λιγότερο φώτιζε τον ουρανό από το 100% της;
Ενα παιχνίδι ποσοστών ήταν τελικά όλα...
Ηταν όμως πράγματι έτσι;
Και εκείνο το σφίξμο στο στομάχι της κάθε φορά που έβλεπε το βλέμμα του να σκοτεινιάζει;
Εκείνο δεν ήταν σημαντικό; Και ας ήταν μόνο το 1%!
Έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον ουρανό.
Έψαξε να βρεί την αγαπημένη της Μικρή Άρκτο... Και στην άκρη της τ' αστέρι του βοριά...
Την πυξίδα της! Τον οδηγό τής ζωής της.
Current Moon Phase, 0% of full. New Moon...