Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ"...

Oι Λέξεις πρώτα,
τα Μάτια ύστερα
μετά, τα Χείλια...
όλα ενα μεγάλο χαμόγελο.
Και τέλος,
το Άγγιγμα.
Ενός κορμιού που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του....

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ Η ΕΛΠΙΔΑΣ"...

ΑΥΤΟΣ.-Είμαι δουλειά. Είμαι καλύτερα. Είμαι αγχωμένος. Είμαι άφραγκος. Είμαι καραφλός...

ΑΥΤΗ.-Και εγώ είμαι άφραγκη, απελπισμένη, χρωσταώ παντού, μου τηλεφωνούν οι τράπεζες, έχω μαλλιά αλλά δεν έχω λεφτά να πάω στο κομμωτήριο να τα βάψω... και είμαι σαν κακιά τρελλή γριά...
νοιώθεις λίγο καλύτερα τώρα?

ΑΥΤΟΣ.-Αυτό το τελευταίο μην το ξαναπείς!!!
ΌΧΙ ΒΕΒΑΙΑ!

ΑΥΤΗ.-δεν είπα τι δείχνω , είπα πως νοιώθω...

ΑΥΤΟΣ.-Δεν νοιώθω καλύτερα όταν οι φίλοι μου έχουν προβλήματα
Θέλω να τους βοηθήσω να τα ξεπεράσουν
Αλλά αισθάνομαι μια σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι.

ΑΥΤΗ.-Ακούω όμως μουσική του Nicola Piovani και ο ήλιος που δύει στο παράθυρό μου, μπροστά στο γραφείο μου, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.
Και είναι δάκρυα σχεδόν ευτυχίας...

ΑΥΤΟΣ.-Μμμμμμμμμμμμ
Καλό αυτό.

ΑΥΤΗ.-Ναι! Γιατί μπορώ και το βλέπω αυτό,
και να το ζω...

ΑΥΤΟΣ.-Είναι μια θεωρία και αυτή...

ΑΥΤΗ.-Την μουσική και τον ήλιο.
Ναι, εχεις δίκιο. Δεν βοηθάει πολύ στη λύση των προβλημάτων,
αλλα ειναι ενα Γεγονός!

ΑΥΤΟΣ.-Εγώ φαντάζομαι τη θάλασσα και τη μουσική
Νοερά είμαι στο Ναύπλιο
και βλέπω το Μπούρτζι...

ΑΥΤΗ.-Αχ!...
ολα θα περάσουν... θα δείς,
ακόμα και μεις...

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

ΣΚΟΡΠΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. "ΠΙΣΤΕΥΩ"...

ΠΙΣΤΕΥΩ.
Εις ένα Θεό Πατέρα Παντοκράτορα...
Που σαν "γνήσιος" πατέρας κάποια από τα παιδιά του τα ευνοεί και άλλα τα αδικεί...
Και τα ρίχνει στα τάρταρα με τα σκατά...
Αλλά, τους υπόσχεται ότι αυτό είναι που τους κάνει να ξεχωρίζουν και να αντέχουν και να κερδίσουν στο τέλος, την Βασιλεία των Ουρανών...
"Ποιητής Ουρανού και Γης, ορατών τε πάντων και αοράτων"...
Και μερικά από τα παιδιά του, "τα βλέπουν "όλα" στην κυριολεξία, εδώ στη Γη, ενώ κάποια άλλα, βρίσκονται στον Ουρανό, και βλέπουν ροζ συννεφάκια...
ΠΙΣΤΕΥΩ.
Και στον Υιό του τον Μονογενή...
Αυτόν που "έζησε" στην Γη, μαζί με μας, τα "άλλα" του παιδιά, του Πατέρα μας, και που, μίλησε για την ταπεινοφροσύνη και την αγάπη και την αξιοπρέπεια, και την σεμνότητα, και χλευάστηκε, και τιμωρήθηκε γι'αυτό όπως όλοι μας, και στο τέλος πέθανε και για τα πιστεύω του και τώρα -έτσι λένε-, κάθεται "εκ δεξιών του Πατρός" αλλά που για να πω την αλήθεια, εγώ από τότε που έφυγε από 'δω, και "έριξε μαύρη πέτρα πίσω του"... δεν ξέρω ούτε που είναι ούτε και που κάθεται...
Και δεν μου έδωσε και κανένα σημάδι για το τι πραγματικά γίνεται στο τέλος...
Με άφησε με την απορία... και μερικές απελπισμένες ελπίδες...που απ' αυτές κρατιέμαι ακόμα για να μην την κάνω...
Και τέλος,
ΠΙΣΤΕΥΩ .
Και εις το Πνεύμα Το Άγιον...
Γιατί, αν δεν μπορούσα τουλάχιστον να σκέφτομαι, θα είχα λαλήσει...
Και τελικά, φαίνεται ότι από την Τριάδα, όλη τη δουλειά, μόνο αυτό την κάνει...
Και 'μεις, ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ, σαν μαλάκες....

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ."ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΑΝΑΡΙ."

Σταματημένη στο φανάρι
Στην κίνηση της Κηφισίας.
Αλλη μια μέρα χωρίς αποτέλεσμα,
ακόμα μια μέρα
σαν την χτεσινή
η μήπως χειρότερη;
Ανάβει το πράσινο μα κανείς δεν κουνιέται
όλα έχουν μείνει παγωμένα
στην ίδια θέση.
Πλησιάζεις το παραθυρό μου
με το χέρι σου
δειλά προτεταμένο.
Μην μου ζητάς ελεημοσύνη ρε φίλε,
μόνο απελπισία έχω πια
να σου δώσω...

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ."Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ."

‎"Ετσι μπήκε μέσα στη περίεργη μηχανή, στη μηχανή του Χρόνου.
Είχε ανέβει στη σκάλα και είχε σταθεί για λίγο στο ξύλινο κεφαλόσκαλο και για μια στιγμή δίστασε, μετά, πήρε βαθιά ανάσα, και γλίστρησε μέσα.
Στριμώχτηκε λιγάκι όπως κατέβαινε προς τα κάτω, ένοιωσε να αναποδογυρίζει κάποια στιγμή, μα δεν έδωσε σημασία, ήταν τόσο περίεργο όλο αυτό το ταξείδι της που δεν την ένοιαζε τίποτα.
Και όσο προχωρούσε πιο βαθιά, τόσο ο χρόνος άλλαζε μορφή και σημασία στο μυαλό της, και γινόταν ένα περίεργο μεθυστικό παιγνίδι, σαν να είχε ανέβει πάνω σε ένα γύρω-γύρω όλοι και από το πολύ στριφογύρισμα τώρα, ήταν ζαλισμένη και γελούσε...γελούσε με όλη της την ψυχή... γελούσε χωρίς να μπορεί να σταματήσει.
Και όλο και προχωρούσε πιο βαθιά μέσα στη μηχανή,και τώρα, άκουγε περίεργους θορύβους που μάλλον, από τα γρανάζια έπρεπε να ήταν, αλλά, δεν ήταν και σίγουρη, μπορεί και όλα να ήταν μέσα στο κεφάλι της, δεν μπορούσε πια να τους ξεχωρίσει.
Ηταν κάπως, σαν αεράκι του Ιουλίου, τα απογεύματα, λίγο πριν δύσει ο ήλιος, μια τέτοια αίσθηση της έδινε όλο αυτό,και της έφερνε στο νου τις μελωδίες από τα βαλσάκια που χορεύει κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις, με τα ανάλαφρα φουστάνια να ανεμίζουν και να δροσίζουν τα ζεστά μας σώματα.
Και συνέχιζε να προχωράει μέσα στη μηχανή του Χρόνου, με αυτή την περίεργη ζαλάδα στο κεφάλι και την διάθεση για χορό, και ξαφνικά, κάπου σκάλωσε, για μια στιγμή μόνο, και έτσι κατάλαβε...
Όλα πια της ήταν ξεκάθαρα με μιας!
Ο Χρόνος, και ο Ήλιος, και το δροσερό αεράκι, και η Μουσική και τα απογεύματα του Ιουλίου, και τα πολύχρωμα φουστάνια με την δροσερή αίσθηση πάνω στα ηλιοκαμμένα κορμιά, και τα ζεσταμένα απο τον πόθο κα την λαχτάρα σώματα...
ΟΛΑ ήταν ΕΝΑ.
Σαν τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου, στα θερινά σινεμά, που η ζωή μας, παίζεται σαν ταινία μικρού μήκους, με μεγάλη απροσδιόριστη διάρκεια...

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ."ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΦΗΝΑΚΙ."

Ήπιε την τελευταία γουλιά από το δυνατό ποτό που είχε μέσα το ποτήρι, και αναποδογυρίζοντας το, έδωσε σήμα στον μπάρμαν να βάλει ένα ακόμα.
Καθώς εκείνος, έπιανε το μπουκάλι για να γεμίσει το σφηνάκι ξανά, με την παγωμένη βότκα, αυτή, έβγαζε από το πακέτο της ένα πουράκι και περνώντας το από τα χείλη της για να το σαλιώσει με τη γλώσσα της, έκανε να πιάσει τον αναπτήρα της.
Εκείνος, άφησε το ποτό μπροστά της και της έτεινε με το άλλο χέρι, τη φλόγα του αναπτήρα του, προσεκτικά και σε κάποια απόσταση, για να μην την τρομάξει.
Βλέπεις, όση ώρα έγλειφε το πουράκι της, είχε τα μάτια της κλειστά, και απολάμβανε ηδονικά την τελετουργία ενώ παράλληλα, η δυνατή μουσική, την έκανε να λικνίζεται στο σκοπό της... πάνω στο ψηλό σκαμνί του μπαρ.
Ήταν και τα σφηνάκια που είχε ήδη πιει μέχρι τώρα, και που έκαναν το κεφάλι της να γυρίζει λιγάκι, τα μαλλιά της που γυάλιζαν στον περίεργο φωτισμό του χώρου, έμοιαζε λίγο με την Αλίκη,που είχε μόλις βγει από τον περίεργο κόσμο που έκρυβε το πηγάδι...
Ίσως γι'αυτό να της άρεσαν τα σφηνάκια σκέφτηκε ο μπάρμαν... μοιάζουν με τα μικροσκοπικά σερβίτσια τσαγιού του παραμυθιού.
Άνοιξε τα μάτια της και πλησίασε την φωτιά του νωχελικά και χωρίς βιασύνη. Έτεινε λίγο το χέρι της, άφησε το πουράκι να πάρει την πρώτη φλόγα και μετά το έβαλε στο στόμα της και τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά.
Κράτησε τον καπνό μέσα της, όσο άντεχε η ανάσα της και μετά, σηκώνοντας το κεφάλι προς τα πάνω, τον άφησε να βγει σε μικρά δαχτυλίδια...
Με το άλλο της χέρι, πήρε το σφηνάκι της, και ήπιε μια μικρή γουλιά.
Τότε πρόσεξε πως ακριβώς δίπλα στο ποτήρι της, υπήρχε ακόμα ένα, γεμάτο, κέρασμα από το μπαρ, και λίγο πιο μακρυά , από την άλλη μεριά του πάγκου, ο μπάρμαν είχε βάλει και αυτός ένα δικό του.
Άφησε το ποτήρι της κάτω, έπιασε το διπλανό το σήκωσε ελαφρά ψηλά σε ένδειξη ευχαριστίας και χωρίς δεύτερη κουβέντα το κατέβασε μονοκοπανιά και το άφησε ανάποδα στον πάγκο.
Τα κεράσματα τα πίνεις πάντα με την μιά.
Το ίδιο έκανε και εκείνος.
Η δυνατή μουσική είχε δώσει τη θέση της σε ένα αργό, σιγανό παραπονιάρικο μπλούζ, και η φλύαρη παρέα που καθόταν δίπλα της και μιλούσε δυνατά προσβάλλοντας το σόλο της κιθάρας, της έδινε στα νεύρα. Έκανε νόημα στον μπάρμαν να τους κεράσει κάτι για να σωπάσουν...
Εκείνος χαμογέλασε και πέρασε στα ποτήρια τους ένα δεύτερο γύρο για χάρη της.
Το πρόσωπό της ήταν τόσο χαμένο μέσα στη μουσική, που δεν ήθελε με τίποτα να την βγάλει από τον κόσμο της.
Την παρατηρούσε καθώς σιγόπινε ακόμα το δικό της σφηνάκι, πως απολάμβανε τις μικρές γουλιές από το ποτό, σχεδόν μόνο βρέχοντας κάθε φορά τα χείλη της, πως κράταγε τη γουλιά στο στόμα της και την κατάπινε σιγά, αργά για να νοιώσει το κάψιμο στο λαιμό της.
"οδηγείς;" την ρώτησε όταν εκείνη άνοιξε τα μάτια της πάλι... "γιατί, έχεις πιει αρκετά"...
εκείνη χαμογέλασε... "εγώ μπορεί να παραπατάω λιγάκι" του είπε,"αλλά το αυτοκίνητο πηγαίνει πάντα ίσια"...
"βάλε ακόμα ένα τελευταίο".
Εκείνος πήρε δυο καινούργια σφηνάκια από τον πάγκο, τα γέμισε, της έβαλε το ένα μπροστά της, και κράτησε το άλλο γι'αυτόν.
Η κοπέλα το κατέβασε μονομιάς, ήταν κέρασμα.
Ένοιωσε το κάψιμο στο λαιμό της , έμεινε για μια στιγμή, για να το απολαύσει και μετά σηκώθηκε και φόρεσε το παλτό της.
Τότε πρόσεξε πως εκείνος δεν είχε πιει το δικό του...
παραξενεύτηκε λίγο αλλά δεν έδωσε και πολλή σημασία. πλήρωσε και ετοιμάστηκε να φύγει.
"Στάσου! Περίμενε!"
Την πρόλαβε στη πόρτα. Κρατούσε το σφηνάκι στο χέρι του. Την πλησίασε, την κοίταξε στα μάτια, έβαλε το ποτό στο στόμα του και μετά, την αγκάλιασε και την φίλησε στο στόμα με πάθος.
Κατάπιε το φιλί του με τα μάτια κλειστά, άφησε τη βότκα να της κάψει πάλι το λαιμό,μόνο που τώρα της έκαιγε και την καρδιά... πέρασε τη γλώσσα της πάνω από τα χείλη της και τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
"Ένα για τον δρόμο" της είπε χαμογελώντας της αυτός...
"να προσέχεις όταν οδηγείς"...
Πέρασε το χέρι του τρυφερά στα μαλλιά της, και όπως εκείνη απομακρυνόταν προς το αυτοκίνητό της, έκλεισε στην παλάμη του, το μικρό κορδελάκι που είχε ξεφύγει από τα μαλλιά της...

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ"...

Στόλιζε τα μαλλιά της με φιογκάκια και τα χτένιζε προσεκτικά, έβαφε τα μάτια της, κοιταζόταν στον καθρέφτη.
Η μάνα της από την άλλη μεριά του δωματίου την κοιτούσε κλεφτά, για να μην δείξει οτι την παρακολουθούσε...
Ένοιωθε την λαχτάρα της όμως, σχεδόν άκουγε την καρδιά της να χτυπάει, και ας ήταν στην άλλη άκρη του δωματίου.
Το ήξερε το παιδί της, και ήταν και αυτή γυναίκα, είχε περάσει από αυτή τη θέση, ίσως και γι'αυτό, και τί δεν θά'δινε για να μη μπεί και η κόρη της μέσα σ' αυτό το παιχνίδι.
Δύσκολος χορός, άλλος να βαράει τα τύμπανα και σύ να χορεύεις...
Αλλά πως να της το πεί;
Και μήπως και να της τό 'λεγε θα άκουγε η μικρή; Ποιό κορίτσι ερωτευμένο ακούει αμα της λές οτι κάνει λάθος;
Σαν την είδε να απομακρύνεται από τον καθρέφτη και να έρχεται προς το μέρος της, έστρεψε βιαστικά το κεφάλι αλλού, δήθεν οτι δεν παρακολουθούσε, και όταν η μικρή της μίλησε γύρισε τάχα ξαφνιασμένη...
-Μαμά, πως σου φαίνομαι;
-Κούκλα είσαι μάτια μου... μιά νεραϊδα... μ' αρέσουν αυτά τα μεταξωτά κουρελάκια στα μαλλιά σου... σε κάνουν να μοιάζεις "παραμυθένια".
Είπε τη λέξη και σχεδόν τινάχτηκε σαν να την διαπέρασε ηλεκτρισμός.
Λες και άκουγε ακόμα την φωνή του, τόσα χρόνια μετά, να την κοιτάει, μ'αυτά τα μάτια τα γεμάτα χαμόγελο και να της ψιθυρίζει... "ενα κινούμενο παραμύθι είσαι τελικά"...
Θυμήθηκε την αγκαλιά του, ένοιωσε την ζέστα του στέρνου του, οταν τον ακουμπούσε και κούρνιαζε μέσα του, τον άκουσε να την ρωτάει και πάλι, "μικρό κορίτσι, είσαι καλά;" και 'κείνη να μην μπορεί , να μην ξέρει τι να πεί.
Ναι. Ηταν καλά γιατί την είχε αγκαλιά, και Οχι, δεν ήταν καλά, γιατί ήξερε πως σε λίγο θα έφευγε, και ποιός ξέρει πότε και αν θα τον ξανάβλεπε έτσι.
Ηταν καλά εκείνη τη στιγμή, γιατί ήταν το παραμύθι του, αλλα σε λίγες ώρες θα διάβαζε άλλα παραμύθια, που μπορεί να μην ήταν έτσι όπως αυτή, αλλα τι την ένοιαζε αυτό;
Εκείνη δεν θα τα άκουγε, εκείνη θα ήταν μόνη της στο σπίτι και αυτός θα ήταν αλλού.
Την πρώτη φορά που είχε δεί την κόρη της να ετοιμάζεται για να πάει στη δουλειά της, ένοιωσε σαν κάποιος να την είχε χαστουκίσει.
Είδε στις κινήσεις της το τρεμούλιασμα του χεριού στο ποιό ρούχο να διαλέξει, τον δισταγμό στο πως να συνδιάσει τα ρούχα, τα παπούτσια , τα εσώρουχα... και κατάλαβε.
Αδιάφορα την ρώτησε αν ήταν νέοι οι συνεργάτες της, αν ήταν ευχάριστο το κλίμα της δουλειάς, αν αυτό, αν εκείνο... ποιός ήταν παντρεμένος, ποιός ελεύθερος, με ποιούς έκανε πιο πολύ παρέα, με ποιους ταίριαζε...
Μετά δεν συνέχισε, ευχήθηκε μόνο να μην ήταν αυτό που φοβόταν.
Τώρα, οπως έβλεπε την κόρη της να ετοιμάζεται, θυμόταν την λαχτάρα με την οποία εκείνη περίμενε το τηλεφώνημά του, που δεν έρχόταν ποτέ, τα αναπάντητα μηνύματά της που είχαν μείνει για χρόνια στη μνήμη του κινητού της, και μετά χαράχτηκαν στη μνήμη της, πάντα χωρίς απάντηση, το πόσο άρρωστη γύριζε σπίτι της μετά απο κάθε συνάντησή τους, όταν συνειδητοποιούσε πόσο ερωτευμένη ήταν μαζί του και πόσο "αδύνατος" ήταν αυτός ο έρωτας...
Είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να κρατηθεί μακρυά του.
Είχε βάλει άλλους άντρες ανάμεσά τους, που μόνη της τους έβαζε και μόνη της τους έδιωχνε μετά,αμέσως σχεδόν...
-Ξέρεις σε τι πάμε να μπλέξουμε; της είχε πεί οταν την πρωτοφίλησε...
-Εγώ ξέρω, του είχε τότε αντιγυρίσει εκείνη. Εσύ φοβάμαι πως δεν ξέρεις...
Τελικά κανένας από τους δυό τους δεν ήξερε...
Κανένας δεν είχε καταλάβει...
Κάποτε, η επαγγελματική συνεργασία τους τελείωσε.
Τα τελευταία χρόνια, προτιμούσε να στέλνει κάποιον άλλον αντί γι'αυτήν, οταν χρειαζόταν.
-Φεύγω μαμά... η φωνή της κόρης της την ξανάφερε πίσω στην πραγματικότητα...
-Μπορεί να αργήσω το βράδυ...
Χαμογέλασε και την φίλησε απαλά...
-Ν'αργήσεις μάτια μου, να περάσεις καλά, να μην σκεφτείς τίποτα, να το ζήσεις μέχρι όπου πάει, είπε από μέσα της...
Ετσι κι'αλλοιώς, θα πονέσεις στο τέλος...

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΑΦΙΞΗ"...

Εκείνος στο σπίτι του,θα πρέπει να κοιμόταν ήδη.
Και αυτή, στο δικό της κρεβάτι ξαπλωμένη, στη μισή πλευρά, δυό φορές είχαν κοιμηθεί όλες και όλες μαζί, και ήδη ξάπλωνε πιά στην μισή πλευρά του κρεβατιού, προσπαθώντας να διαβάσει ενα βιβλίο.
"Δεν κάνει"! Έλεγε και ξανά 'λεγε στον εαυτό της και προσπαθούσε να μην βουρκώσει.
"Δεν κάνει", "δεν πρέπει"!
Αν έρθει, αν μείνει, θα τον ερωτευτώ...
Τρείς φορές την είχε ρωτήσει πρίν στο τηλέφωνο αν ήθελε να έρθει, και αυτή, δεν του είχε πεί "οχι", αλλά δεν του είχε πεί και "ναί".
"Κοιμήσου να ξεκουραστείς, καλύτερα", του είχε πεί...
Και τώρα μόνη της στο σπίτι, τόν ήθελε και δεν τον ήθελε ταυτόχρονα.
Τον ήθελε στην αγκαλιά της, να την κρατήσει σφιχτά πάνω του, να της χαϊδεύει την πλάτη και να της φιλάει τον λαιμό, όλο το βράδυ, να κοιμηθούνε μαζί, να ξυπνήσουν μαζί το πρωί.
Πως θα ήταν άραγε το πρωί, οταν ξυπνούσε;
Και μετά έλεγε, "όχι"! "Δεν κάνει"!
Το ήξερε πως ήταν λάθος!
Το έβλεπε να έρχεται, και ήξερε τον εαυτό της.
Οταν τελείωνε, θα πονούσε πολύ. Πάλι!
Και ας έλεγε "Ζήσε την στιγμή"! "Ζήσε για τη στιγμή"...
Μετά τη "στιγμή", τι θα έκανε; Πως θα άντεχε πάλι να το περάσει;
Και έτσι, δεν την άφηνε τη "στιγμή" να πλησιάσει καθόλου...
Ξαναγύρισε στο βιβλίο της.
Κράταγε σημειώσεις, άκουγε στο ραδιόφωνο τραγούδια, βούρκωνε.
Σταματούσε για λίγο, τον σκεφτόταν. "Τι να κάνει τώρα;" αναρωτιόταν.
"Τώρα θά 'ρθει" έλεγε μέσα της!
"Θά 'ρθει και θα χτυπήσει το κουδούνι ξαφνικά, μέσα στη νύχτα"!
Μιά ζωή,
ενα ξαφνικό κουδούνισμα μιάς εξώπορτας περίμενε...
Μιαν άφιξη που ποτέ δεν ήρθε.
Που ποτέ δεν επρόκειτο να έρθει.
Αφού, η ίδια, μόνη της δεν της το επέτρεπε, να φτάσει...
Και αφού,
το κουδούνι της εξώπορτας ήταν χρόνια χαλασμένο και ποτέ δεν το είχε φτιάξει...

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Πως να σου πω"...

Πώς να σου πώ,
Τι να σου πώ...
Με κοιτάς μ'αυτά τα μάτια τα γεμάτα όνειρα,
που μέσα τους έχουν όλο το κουράγιο και τη διάθεση ν'αλλάξουν τη ζωή.
Πού, δακρύζουν και στενοχωριούνται στην αδικία.
Πού, μου γελάνε και με ανεβάζουν στον ουρανό...
Πού, νυστάζουν για ενα λεπτό, και μετά απο λίγο είναι ορθάνοιχτα πάλι να μη μπορούν να χορτάσουν τις "στιγμές"...
Πως να σου το πω μάτια μου!
Η ζωή είναι δύσκολη και σκληρή...
Και σου αφήνει χαρακιές βαθειές που δεν φαίνονται πάντα, αλλα πονάνε συνεχώς...
Αχ! κι' αυτή η μικρή στεναχώρια της αποψινής σου νύχτας, μοιάζει με χάδι μπροστά σε άλλες που μπορεί να έρθουν αργότερα...
Και που, ούτε να στην πάρω εγώ για να μην τη νοιώσεις μπορώ, ούτε να στην πω πιό πριν...
Πρέπει μόνος σου να τη μάθεις, μόνος σου να την πονέσεις...

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "3, ΤΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ ΧΡΟΝΟΥ"...

Πέρασε σχεδόν και η "3" του μήνα!
Του Γενάρη του 2011, του καινούργιου χρόνου.
Που μπήκε πάλι με χιλιάδες υποσχέσεις και ευχές, και επιθυμίες για να κάνουμε αυτό και εκείνο,και να μην κάνουμε τα άλλο...
Καινούργια λάθη μας περιμένουν... ας μην ξανακάνουμε τουλάχιστον τα ίδια τα παλιά...
Καλύτερο αύριο ευχόμαστε, να ξεχάσουμε οσο πιο γρήγορα το άσχημο χτές, ας πετάξουμε μαζί και μερικά καλά του, δεν βαρυέσαι στην πορεία θα τα ξαναβρούμε, θα τα αναζητήσουμε, θα τα ξαναβάλουμε στην ζωή μας.
Έτσι γίνεται πάντα.
Τα διώχνουμε όλα ξαφνικά, σε μια στιγμή, και μετά αρχίζουμε να τα σκεφτόμαστε, να τα αποζητάμε και να τα ξαναβάζουμε πίσω στη θέση τους, στο ράφι του παρελθόντος μας μαζί με τις "στιγμές" που έχουμε μέχρι τώρα ζήσει στη ζωή μας.
Στις πρώτες δύο μέρες του, του καινούργιου χρόνου, προλάβαμε κιόλας να ζήσουμε μερικές "στιγμές".
Τις τοποθετήσαμε στο κουτί των αναμνήσεων του 2011, κάτω κάτω, πρώτες από όλες ήδη, και προχωράμε, μαζεύοντας την "σοδειά" μας, λίγο λίγο, ως τον επόμενο Δεκέμβρη.
Κανένας δεν μπορεί να ξέρει πόσο θα γεμίσει φέτος το κουτί, ούτε πόσο "βαρύ" θα είναι τελικά...
Μόνο να ευχόμαστε μπορούμε.
Να ξεχειλίσει, και να είναι ελαφρύ και γλυκό σαν το "μαλλί της γριάς"...