Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΣΑΝ ΚΟΥΚΛΑ ΑΠΟ ΠΟΡΣΕΛΑΝΗ"...

Θα στέκεις πάντα εκεί,
στο παράθυρο να κοιτάς έξω.
Τη ζωή, που περνάει
και ζεί, και αναπνέει, και πονάει.
Θα θέλεις να βγείς
και σύ,
να σε φυσήξει ο αέρας.
Αλλά,
ποτέ δεν θα μπορέσεις.
Ποτέ δεν θα σε αφήσουν...
Από αγάπη...
Για να μην σπάσεις...
Καταδικασμένη είσαι.
Να μείνεις πάντα
ενα αντικείμενο λατρείας
για τους άλλους...

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ"...

Περπάτησα,
όλα τα δρομάκια που είχαμε μαζί περπατήσει...
Πήγα,
σε όλα τα μπαρ που είχαμε πιεί από το ίδιο ποτήρι...
Χόρεψα,
ολους τους χορούς που είχαμε αγκαλιασμένοι χορέψει...
Κοίταξα,
τον ίδιο ουρανό, και το ίδιο ολοστρόγγυλο φεγγάρι.

Με κάποιον άλλον...
Ξανά.

Και ήταν διαφορετικοί οι δρόμοι,
άλλες οι γεύσεις των ποτών,
άλλοι οι ρυθμοί των σωμάτων μας,
άλλο το σχήμα του φεγγαριού,
διαφορετικοί οι αστερισμοί.

Αλλος ο πόνος,
Ιδια η Αγάπη....

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ"...

Ήπιε την τελευταία γουλιά από το σφηνάκι της.
Πλήρωσε τον λογαριασμό, φόρεσε το παλτό της και τύλιξε το κασκόλ της, που μύριζε ακόμα την κολώνια του, γύρω από το λαιμό της σφιχτά.
Ήταν που είχε και αυτό το κρύωμα, αλλα πιό πολύ, ήθελε να τον νοιώθει γύρω από το σώμα της, ακόμα και αν ήταν σχεδόν θηλιά που της έκοβε την ανάσα το τόσο σφίξιμο...
Βγήκε στον έρημο δρόμο.
Δεν ήταν μακρυά το σπίτι της, και η νύχτα ήταν γλυκειά, παρά το κρύο...
Φτάνοντας στο περίπτερο σταμάτησε να αγοράσει πουράκια και γάλα για το πρωί.
Έπιασε για λίγα λεπτά κουβέντα με την κοπέλλα στο περίπτερο, και μετά, συνέχισε τον δρόμο της στην έρημη πόλη...
Περπατούσε σιγά, αργά, σαν να μην ήθελε να γυρίσει πίσω στο σπίτι, χαζεύοντας τις φωτισμένες βιτρίνες, παρόλο που τίποτα δεν της τραβούσε την προσοχή, τίποτα πιά δεν της άρεσε, τίποτα δεν λαχταρούσε να αποκτήσει...
Να φύγει μόνο ήθελε...
Να φύγει!
Να πάει πού όμως?
Σ' άλλη πόλη?
Σ' άλλη χώρα?
Και τι θα άλλαζε?
Αφού τον εαυτό της θα κουβαλούσε πάντα μαζί της, όπου και αν πήγαινε...
Μπαγκάζια άλλα δεν είχε πιά σ'αυτή τη ζωή...
Με τον εαυτό της έπρεπε να μάθει να ζεί, μ'αυτόν έπρεπε να συμφιλιωθεί...
"Οι δυό μας μείναμε", μονολόγησε καθώς άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της... "κοίτα λοιπόν να συνηθίσεις"... "εμείς οι δύο πιά" ... "κανένας άλλος."
Μπήκε στο σπίτι, έβγαλε το παλτό της, μύρισε ακόμα μια φορά το άρωμά του, ξετυλίγοντας το κασκόλ από τον λαιμό της, και κλείδωσε πίσω της την πόρτα.
Κανέναν δεν περίμενε μέσα στη νύχτα, αλλα και ούτε σαν ξημέρωνε η αυριανή μέρα...
Έσβησε τα φώτα του κήπου, πήρε απο την κουζίνα ενα ποτήρι νερό και ανέβηκε στο δωμάτιό της να κοιμηθεί...
Είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει...

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΜΕ"...

Μαζί τους διαβάζαμε τους στίχους!
Και κάποιους απ' αυτούς, μετά, το βράδυ, κρυφά, τα σκάγαμε απο την κρυψώνα μας και με ενα σπρέϋ στο χέρι, τους γράφαμε στους τοίχους...
Και τρέχαμε μετά σαν τρελλοί να κρυφτούμε, πάλι πίσω, να μην μας δούνε οι άλλοι, να μην μας ανακαλύψουν αυτοί, όσο εμείς ανακαλύπταμε τα μυστικά των κορμιών μας, κάνοντας έρωτα ο ένας στον άλλον.
Και γελούσαμε, γελούσαμε από την ώρα που αρχίζαμε να φιλιόμαστε μέχρι την στιγμή του οργασμού μας.
Ενα ξέσπασμα γέλιου ήταν ο οργασμός μας. Ενα ποτάμι χαράς και αφέλειας παιδικής, ανεμελειάς και άγνοιας γι' αυτό που ερχόταν και μας περίμενε στη ζωή μας , γι'αυτό που μας περίμενε στη γωνία.
Σ'εκείνη τη γωνία που μας τσάκωσαν μιά νύχτα οι μπάτσοι, με το σπρέϋ στο χέρι να γράφουμε τους στίχους του Μπωντλαίρ, για το άπιαστο ταξίδι, στη χώρα της ηδονής και της ευδαιμονίας.
Εκείνο το βράδυ, δεν γελάσαμε οταν ήρθε η στιγμή του οργασμού.
Εγώ σε κοίταζα στα μάτια και σου ψιθύριζα "ταξίδεψέ με"..."ταξίδεψέ με"...
Και σύ, για πρώτη φορά είχες τα μάτια σου κλειστά και μόνο βογγούσες από ηδονή...
Εσύ, είχες φτάσει στη χώρα της ηδονής.
Είχες αφήσει πίσω σου την ευδαιμονία, είχες συμβιβαστεί με τη ζωή, είχες πάρει το εισιτήριο, χωρίς επιστροφή, το ΕΝΑ εισιτήριο...
Εμένα με είχες αφήσει πίσω...
Μοναχικά είναι από τότε τα ταξίδια μας...
Μόνοι μας ταξιδεύουμε έτσι και αλλοιώς, πάντα.
Μου το 'μαθε αργότερα η ζωή...
Ο καθένας τα μπαγκάζια του, το εισιτήριό του, την διαδρομή του.
Σε είδα πολλές φορές μέσα στα απέναντι βαγόνια, στις διαδρομές των τρένων μας.
Αντίθετοι πάντα οι προορισμοί μας.
Άλλοι οι συνοδοιπόροι μας.
Διαφορετικοί οι σταθμοί που αλλάζουμε τρένα...
Σήμερα, με το εισιτήριο στο χέρι, κάθισα ώρα πολλή στην αποβάθρα, περιμένοντάς σε στο επόμενο τρένο...
Σήμερα, που ήξερα από χτές οτι είχαν απεργία τα τρένα...

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΩΡΑ"...

Τώρα,
Που με πόνεσες και σύ,
όσο σε πόνεσα και 'γώ,
τώρα που διαβάσαμε ο ένας τα γραφτά και την ψυχή του άλλου,
για τους "άλλους"...
Τώρα,
έλα να αγκαλιαστούμε
στο κρεβάτι.
Και να μείνουμε έτσι όλη τη νύχτα,
αγκαλιασμένοι
χωρίς να πούμε λέξη πιά καμμιά.
Μπάς και καταφέρουμε επιτέλους,
να βγάλουμε από πάνω μας
τα "άλλα" κορμιά
που πέρασαν από πάνω μας...

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΙ"...

Μια τόση δα, λεξούλα...
Δυό γράμματα όλα κι' ολα.
Απ' το τίποτα, μόνο το "τι".
Τον κοίταγε στα μάτια,
του χαμογελούσε και τίποτα αλλο δεν έλεγε...
παρά μόνο, "τί"...
Τί!
τι 'ναι;
τι νοιώθεις;
τι θέλεις;
τι ζητάς;
τι με κοιτάς;
τι με ρωτάς;
τι μου κρύβεις;

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ"...

"Σε φιλάω και νομίζω οτι είναι Άνοιξη", της είπε χαϊδεύοντας την απαλά στην κοιλιά ...
"Τον Μάρτη να φοβάσαι", του απάντησε εκείνη...
Και τον φίλησε τρυφερά ανάμεσα στα μάτια...
Μετά κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του,
για να ξορκίσει το κρύο του Φλεβάρη που λυσσομανούσε έξω από το παράθυρό τους
και αποκοιμήθηκε .
Ετσι, εκεί,
γυμνή,
στην αγκαλιά του.

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ"...

Σου πήρε τόσα χρόνια,
"ποιητή"...
Για να καταλάβεις
πως υπάρχουν κάποια πράγματα
που λέγονται μόνο με τις σιωπές...
Τόσα χρόνια,
πάλευες μάταια με τις λέξεις
για να καταφέρεις να σιωπήσεις.
Ακου τώρα!
Αφουγκράσου.
Κοίτα μόνο,
Μή μιλάς!
Τώρα μιλάει επιτέλους
η σιωπή...