Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΣΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ"...

Πήραμε τα χοτ ντογκς και απομακρυνθήκαμε απο την καντίνα.
Η άδεια πλατεία, μπροστά μας.
Μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο , με τα παγκάκια έρημα και τα φώτα θαμπά από τη νοτισμένη ατμοσφαιρα της βραδιάς, και την υγρασία σχηματισμένη σε χοντρές σταγόνες, σαν να είχε βρέξει λίγο πρίν...
Μπορεί, και να είχε βρέξει .
Είχαμε βγεί απο το μπαράκι της απέναντι γωνίας, μετά από αρκετές ώρες και ακόμα περισσότερα ποτά.
Πεινασμένοι, ζαλισμένοι, ερωτευμένοι.
Τα στομάχια μας κόμπος, χωρίς να ξέρουμε με σιγουριά την αιτία.
Καθίσαμε στο βρεγμένο παγκάκι δίπλα δίπλα, ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο σου και συνέχισα να τρώω σιωπηλή.
Μουσικές άπειρες, έπαιζαν στο μυαλό μου, από τα προηγούμενα τραγούδια του μπαρ...
Και η σιωπή της άδειας πλατείας, το ωραιότερο απ' όλα όσα είχαμε μέχρι τότε ακούσει.
Μοιραστήκαμε ενα μπουκάλι νερό, κάτι σού'πα για το νερό που πρέπει να πίνεις, οταν εχεις πιεί πολύ αλκοόλ, πετάξαμε τα σκουπίδια στο καλάθι.
Φιληθήκαμε, εκεί, δίπλα στο σκουπιδοτενεκέ, κάτω από το θαμπό φώς του Δήμου, στη μέση της άδειας πλατείας...
Αγκαλιασμένοι φτάσαμε στο αυτοκίνητο, μου κρατούσες το χέρι σε όλη τη διαδρομή, μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι...
Αγκαλιά μας πήρε ο ύπνος, και ξυπνήσαμε αγκαλιασμένοι το πρωί...
Εχουν περάσει πολλα χρόνια από τότε...
Η πλατεία, εξακολουθεί να είναι η ωραιότερη που εχω δεί μέχρι τώρα στη ζωή μου...

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ"...

Κοίταζε κάτω στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια της, τα σπασμένα κομμάτια της κούκλας.
Δεν ήξερε πως έπρεπε να αντιδράσει, δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να κλάψει, να χαρεί, ή να γελάσει.
Της είχε φύγει ενα βάρος, είναι αλήθεια, μόλις άκουσε το "κρακ", ανάμεσα στα πόδια της.
Σαν να είχε επιτέλους πάρει τέλος , ενα μαρτύριο που κράταγε χρόνια.
Το καθάρισμα της πολύτιμης πορσελάνινης κούκλας, που ήταν οικογενειακό κειμήλιο, που πέρναγε από γενιά σε γενιά!
Και έτσι, υποχρεωτικά την είχε και αυτή παραλάβει, θέλοντας και μή, οταν παντρεύτηκε και μετακόμισε στο δικό της σπίτι.
Την έβλεπε τόσα χρόνια στο πατρικό της και την είχε σιχαθεί...
Και οταν η μάνα της την έφερε στο καινούργιο σπίτι, έψαχνε με αγωνία να βρεί, που θα μπορούσε να την βάλει για να φαίνεται όσο το δυνατόν λιγότερο...
Την καταχώνιασε σε κάποιο σημείο της βιβλιοθήκης, ανάμεσα σε ανάκατα βιβλία, και μόνο οταν έπρεπε να κάνει τραπέζι τους συγγενείς, την έβγαζε από κεί και την ακουμπούσε πάνω στο τραπεζάκι να "φαίνεται"...
Ετσι είχε γίνει και χτές...
Μετά το χωρισμό της με τον άντρα της, ήταν η πρώτη φορά που έκανε στο σπίτι της τραπέζι τους συγγενείς, "έπρεπε", είχε πεί η μάνα της, για να δουν όλοι πως ήταν καλά, πως συνέχιζε τη ζωή της και ήταν χαρούμενη...
Μα τι ίδέα!
Φυσικά και ήταν χαρούμενη. Φυσικά και ήταν καλά. Στο κάτω κάτω, αυτή το είχε ζητήσει το διαζύγιο, αυτή είχε αποφασίσει οτι μέχρι εδώ ήταν...
Ολα αυτά τα τυπικά οικογενειακά "πρέπει", την έκαναν πάντα έξαλλη. Αλλά δεν εύρισκε νόημα στο να διαπληκτίζεται με την μητέρα της... Κάθε φορά που πήγαινε να ανοίξει το στόμα της, σκεφτόταν μια δεύτερη φορά, έλεγε μέσα της, "τι νόημα εχει;" και δεν μιλούσε.
Και ετσι, έστρωσε το τραπέζι, στόλισε τα βάζα με λουλούδια, έβγαλε και την περίφημη κούκλα από την κρυψώνα της και την "κοτσάρισε" εκεί μπροστά , να φαίνεται, πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού.
Και τώρα, αφού είχαν όλοι φύγει πιά, ευχαριστημένοι και ήσυχοι, οτι ήταν καλά, μόνη πιά, στην ηρεμία του άδειου σπιτιού, καθάρισε τα τασάκια, τακτοποίησε τα μαξιλάρια στους καναπέδες, και έπιασε την κούκλα για να την ξανακρύψει...
Και όπως έκανε να πάει προς τη βιβλιοθήκη, το τακούνι της πιάστηκε από τα κρόσια του χαλιού, κι'αυτό της μαμάς της, αλλά δεν φαινόταν πολύ, σχεδόν καθόλου αφού το σκέπαζε το τραπέζι του σαλονιού και το έκρυβαν οι καναπέδες, οπότε, "δεν βαρυέσαι"....
Και ένοιωσε να σκοντάφτει, να πέφτει, και στην προσπάθειά της να κρατηθεί όρθια, άνοιξε τα χέρια της για να πιαστεί από κάπου, και άφησε την κούκλα να πέσει κάτω...
Ενα κρακ ήταν όλο κι' όλο...
Τώρα, κοιτούσε τα σπασμένα κομμάτια που κοίτονταν στα πόδια της αμήχανη...
Εμεινε έτσι για λίγα λεπτά.
Μετά, κοίταξε το παπούτσι της, να δεί μήπως χάλασε το τακούνι από το τράβηγμα, κοίταξε τα κρόσια του χαλιού με ευγνωμοσύνη, σχεδόν ένοιωσε συμπάθεια και για το χαλί, δεν ήταν και τόσο κακό, στο κάτω κάτω...
Κοίταξε και την σπασμένη κούκλα, και ξέσπασε σε ενα τρελλό, δυνατό γέλιο, που στο τέλος έκανε τα μάτια της να δακρύσουν και δεν ήξερε πιά, αν γελούσε ή αν έκλαιγε, αλλά για τούτο μόνο ήταν σίγουρη...
Αυτά τα δάκρυα, ήταν δάκρυα χαράς και ανακούφισης, ήταν δάκρυα ελευθερίας και λύτρωσης...
Μάζεψε τα σπασμένα κομμάτια σε μια σακούλα σκουπιδιών, και τα έρριξε στο σκουπιδοντενεκέ.
Και μετά, έβαλε μουσική και ξάπλωσε στο κρεβάτι της ευτυχισμένη...
Σήμερα, τί παράξενο αλήθεια, ήταν η πρώτη φορά που ένοιωθε το σπίτι της αληθινά δικό της!

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΕΚΤΟΣ"...

Το ένατο όγδοο, μιάς μουσικής,
που δεν κατάφερα ποτέ,
ν'ακούσω...
Αυτή ήταν πάντα η ζωή μου.
Ενα ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο,
ενός δανείου που είχε λήξει,
πρίν καν το πάρω.
Μιά ανάσα ,
που είχε αφήσει το κορμί μου,
ήδη,
πριν αυτό ξεψυχήσει...
Το περίσσευμα
ενός κύκλου,
που είχε κλείσει
πριν προλάβω
να μπώ μέσα...
Και πάντα θα έμενα εκτός...

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ"...

Με πήρε η μυρωδιά, μπήκε μέσα στα ρουθύνια μου, και 'γω δεν ξέρω πώς.
Αφού, καμμιά πρίπτωση να υπάρχει μέσα στο καταχείμωνο τέτοιο λουλούδι εδώ τριγύρω δεν υπάρχει.
Τι περίεργα παιχνίδια που παίζει το μυαλό μας!
Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και νόμιζα οτι ήμουν κάτω στην Αφρική, μου μύριζαν τα λάνγκι λάνγκι, ερχόταν η δροσιά από τον Ινδικό να μου δροσίσει το κορμί, και ήμουν εδώ, στο σπίτι μου, κουλουριασμένη στα φανελένια μου σεντόνια με το καλοριφέρ αναμμένο. Και εξω φυσούσε και έκανε κρύο...
Και έτσι ξαφνικά, θέλησα να βρεθώ πάλι πίσω, στο "σπίτι" μου, στην μαγική εκείνη νύχτα, με τις μυρωδιές, και με τ'αστέρια του Νοτιά καρφωμένα στον ουρανό, και τον Σταυρό του Νότου να με κοιτάει από ψηλά και να μου λέει οτι δεν πρόκειται να του ξεφύγω ποτέ πιά, και οτι πάντα θα θέλω να γυρίζω να τον βρίσκω, όπου και αν πάω, όπου και αν βρίσκομαι στον κόσμο...
Σε 'κείνη την ηρεμία του Ινδικού, που σε ναρκώνει με το πήγαιν-έλα του, που δεν κουράζεται να ξεβράζει κάθε 12 ώρες τα μυστικά του βυθού του, στην επιφάνεια, και να μου τα δείχνει να χάσκουν ξεδιάντροπα.
Κοράλλια, καβούρια, πεταλίδες, φύκια, αρμύρα και θαλασσινό νερό, ίσα ίσα τόσο, για να αντέξουν , μέχρι να γυρίσει και να τα σκεπάσει πάλι, για να πάρουν ανάσα, να ζωντανέψουν ξανά...
Και 'γω, να μένω εκεί, ασάλευτη, ανίκανη να κουνηθώ, να αντιδράσω, μόνο να αναπνέω την ομορφιά του, ναρκωμένη...
Να φεύγει το νερό, να τραβιέται μέσα βαθειά, και γώ, να περιμένω ακίνητη, με τις ώρες, να ξαναγυρίσει να με σκεπάσει, να με δροσίσει ξανά, να τσούξει το αλάτι και να γιατρέψει τις πληγές...
Γιατί αν δεν πονέσουν , αν δεν σε τσούξουν οι πληγές, δεν γιατρεύονται τελικά...
Αλάτι και ιώδιο, και οι μυρωδιές από τα λάνγι λάνγκι, και απο τα νυχτολούλουδα, και ο Σταυρός του Νότου από ψηλά , να σε κοιτά και να σου λέει να πιστέψεις...
Σε τί? Σε ποιόν?
Μα, σε σένα, στον εαυτό σου, στα χέρια σου, στα μάτια και τις αισθήσεις σου, σ 'αυτά που αναπνέεις και ζείς, εκείνη τη στιγμή.
Γιατί, μόνο για 'κείνη τη στιγμή μπορείς νά'σαι σίγουρος.
Ολα τ'αλλα, μπορεί και να μην υπήρξαν, και να μη συμβούν ποτέ...

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ"...

Να μπορούσα να κοιμηθώ,
να μην σκέφτομαι,
να μπορούσα να κοιμηθώ,
να μην χρειάζεται να μετράω.
Να μπορούσα να κοιμηθώ.
Και να μην ξυπνήσω πιά...

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΦΩΤΙΑ"...

Μιά απέραντη χωματερή
κατάντησε η ψυχή μου.
Που αδειάζει μέσα της
ο καθένας ,
τα σκουπίδια του.
Και όσο σαπούνι και νερό
και αν τρίβει
το κορμί μου,
η μπόχα δεν φεύγει.
Γιατί έρχεται από μέσα μου.
Ενα μπουκάλι οινόπνευμα
θα πιώ
κάποια στιγμή...
και μετά,
θ'ανάψω ενα σπίρτο
και θα το καταπιώ.
Να τα κάψω όλα.
Για να αναπνεύσω αέρα καθαρό,
μέσα απ΄τ' αποκαϊδια...

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΜΑΘΕΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ"...

Ποτέ δεν έμαθες την αλήθεια...
'Ετσι το θέλησα. Αλλά, και σύ, δεν ρώτησες...
Ποτέ δεν σε άφησα να καταλάβεις πόσο δύσκολα πέρασε για μένα όλος αυτός ο καιρός...
Δεν είσαι εσύ για τέτοια μάτια μου...
Ο δικός σου ο κόσμος είναι πασπαλισμένος με ζάχαρη άχνη και χρυσόσκονη... Το ξέρω, γιατί τέτοιος ήταν και ο δικός μου κάποτε.
Γι'αυτό δεν θέλησα ποτέ να σου πώ την αλήθεια.
Τί νόημα θα είχε άλλωστε; Δεν ήταν θέμα περηφάνειας, απλή διαπίστωση ήταν.
Και να τα άκουγες, δεν θα μπορούσες να τα καταλάβεις... Δεν τα χωράει το μυαλό σου... Δεν μπορείς ούτε καν να φανταστείς οτι μπορεί να συμβαίνουν αυτά...
Προστατευμένος στην ασφάλεια της δικής σου ζωής, μέσα στον ζεστό και ασφαλή μικρόκοσμό σου, κάπου έχεις ακούσει ότι συμβαίνουν και τέτοια. Καμμιά φορά, η δουλειά σου σε φέρνει και αντιμέτωπο με παρόμοιες καταστάσεις, αλλά, μένουν όλα στα χαρτιά, κλεισμένα μέσα στους πολύχρωμους φακέλλους των διαφόρων υποθέσεων.
Δεν σε αγγίζουν, Δεν μπορείς, και δεν θέλεις να ξέρεις πως είναι στην πραγματικότητα...
Εσύ, πονάς γιατί στην γυμναστική σου τραβήχτηκε ενας μύς... εγώ πονάω γιατί πεινάω...
Εσύ, πέφτεις από το άλογό σου... εγώ, δεν έχω δύναμη να σηκώσω κεφάλι από τις σφαλιάρες της ζωής!
Εσύ, δεν ξέρεις ποιό αυτοκίνητο να διαλέξεις από τη συλλογή σου, για την βόλτα σου... εγώ, δεν έχω να βάλω βενζίνη για να πάω στη δουλειά μου!
Σε κοιτάω και δεν μπορώ να σταματήσω να σε αγαπάω γι'αυτή σου την αφέλεια, για την αθωότητα και την ανεμελειά με την οποία αντιμετωπίζεις την ζωή σου.
Σε κοιτάζω και σε χαίρομαι, γιατί, εγώ δεν μπορώ πιά, τίποτα να χαρώ...
Μόνο να κλέβω λίγη από την χαρά σου μπορώ, όταν με κοιτάς, να νοιώθω λίγο ζωντανή, λίγο όμορφη, μέσα από τα μάτια σου, μέσα απο το χαμόγελό σου, μέσα απο τη σιγουριά που έχεις γι' αυτή τη ζωή, που εμένα με ποδοπάτησε και με τσάκισε...
Να σ' αγκαλιάσω ήθελα και να σου πώ ευχαριστώ, αλλα φοβάμαι να χαρώ πιά, ξέχασα πως είναι να χαίρεσαι...
Και έτσι, χαμήλωσα τα μάτια μου, και έστρεψα το βλέμμα μου αλλού. Μόνο την φωνή σου άκουγα και δεν την χόρταινα...
Και φεύγοντας, κατάπια δυό δάκρυα που ήταν έτοιμα να με προδόσουν...

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΚΑΤΙ"...

Κάτι παίζει με την ψυχή μου...
Κάτι με βάζει σε αγωνία,
με πειράζει, με κάνει κουρέλι...
Κάτι, έρχεται και φεύγει,
σαν περαστικό...
Κάτι δίνει νόημα στη ζωή μου.
Κάτι , που μοιάζει με αλάτι στο φαγητό,
ή στις πληγές;
Κάτι, ώρες ώρες με τρελλαίνει...
Κάτι που μου μοιάζει απελπιστικά γνώριμο
αλλά, δεν μπορώ ακριβώς να το προσδιορίσω.
Κάτι,
που τελικά,
είμαι εγώ!
Κάτι, ή, μπορεί και τίποτα...

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Σ' ΑΓΑΠΩ"...

Σ' αγαπάω!
Αγαπάω τρυφερά κάθε σου κίνηση,
κάθε κομμάτι του κορμιού και της ψυχής σου.
Αγαπάω σε σένα,
όλα οσα μπορώ να καταλάβω,
και λάτρεύω τα άλλα,
αυτά που δεν θα κατορθώσω να καταλάβω ποτέ!
Αγαπάω τον τρόπο που δεν με νοιώθεις πάντα,
τον τρόπο που ψάχνεις ή δεν ψάχνεις την ψυχή μου.
Σ' αγαπάω όταν "διαβάζεις" τα μάτια μου,
κι΄όταν, νομίζεις πως τα ξέρεις...
και δεν "βλέπεις" τίποτα.
Αγαπάω απελπισμένα όταν το κορμί μου σου μιλά και το νοιώθεις,
μα, περισσότερο,
σ' αγαπώ όταν
η ψυχή μου σου φωνάζει
και σύ,
δεν ακούς...
Σ' αγαπάω όπως είσαι!
Αυτός που είσαι!
Σ΄αγαπάω γι' αυτά που είμαστε,
αλλά και για τ' αλλα,
αυτά που δεν θα καταφέρουμε να γίνουμε ποτέ...
Σ' αγαπάω, απλά σ' αγαπάω...

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΜΙΑ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΟΝΟ"...

Μιά κουβέντα σου μόνο, έφτανε...
Μιά λέξη, το άκουσμα της φωνής σου στο ακουστικό...
Σαν χάδι και σαν χαστούκι, σαν μαχαιριά και βάλσαμο μαζί, σαν την "δόση", που ξέρεις οτι θα σε σκοτώσει αλλά δεν μπορείς να την αρνηθείς...
Να σε δώ, να σε αγγίξω, να χωθείς μέσα μου!
Να μην σε αφήσω ποτέ να φύγεις.
Έτσι να μείνουμε πάντα, ο ένας μέσα στον άλλον.
Και την ίδια στιγμή, να σε αποφεύγω, να ψάχνω να βρώ δικαιολογία να μην σε δώ...
Να ξέρω οτι δεν πρέπει!
Οτι μια φορά, δεν θα φτάσει, οτι η μιά φορά θα φέρει την άλλη, και μετά, θα περιμένω την επόμενη, που δεν θά 'ρχεται, και θα με σκοτώνει λίγο λίγο, σιγά σιγά...
Και μόνο η αγκαλιά σου να είναι οτι θέλω,
οτι εχω ανάγκη.
Μόνο το δικό σου το κορμί να θέλω μέσα μου,
μόνο την δική σου τη φωνή να θέλω να ακούω να βογγά και να μου παραδίνεται,
μόνο εσένα να θέλω να με βλέπει να σπαρταράω,
μόνο κάτω απ'του δικού σου κορμιού το βάρος, να μπορώ ν' αντέξω τα πάντα,
να μπορώ να γίνω δυνατή, να νοιώθω όμορφη!
Κανενός άλλου τα χέρια να μην αντέχω να χαϊδεύουν το κορμί μου!
Και τα δικά σου χέρια να ανήκουν σε κάποιαν άλλη!
Κάποιας άλλης το δαχτυλίδι είναι περασμένο στο δάχτυλό σου, σε κάποιαν άλλη υποσχέθηκες να της κρατάς το χέρι στα δύσκολα.
Και 'γω, να ξέρω, πως όσο και αν μου απλώσεις το χέρι σου,
ποτέ δεν θα φτάσει να ακουμπήσει το δικό μου.
Και πάντα μόνη μου θά 'μαι οταν το χέρι σου θα ζητάω...

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ"...

"Κλείσε τα μάτια σου"! μού 'πες...
Ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεββάτι και κοιτούσαμε από το γυάλινο ταβάνι , έξω , τον ουρανό με τα άστρα του, και εκείνο το μικρό, απειροελάχιστο καινούργιο φεγγαράκι της μιας μέρας, που διέγραφε την γρήγορη τροχιά του και πήγαινε για ύπνο νωρίς.
Εμείς, δεν κοιμόμασταν, ούτε ύπνο είχαμε... Αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι, κοιτούσαμε ψηλά, μετρούσαμε τ' αστέρια, όσα τουλάχιστον μπορούσαμε να δούμε.
Ανάμεσα στα χάδια και τα φιλιά, κάθε φορά, χάναμε τον λογαριασμό και ξαναρχίζαμε απ'την αρχή...
Και πάλι, κάπου, κάποια στιγμή, χάναμε το μέτρημα, και καθώς γλιστρούσες μέσα μου και εγώ σε φυλάκιζα μέσα στο κορμί μου, τα αστέρια γινόντουσαν πάλι πιό πολλά, λές και ο ουρανός τα γεννούσε, από την δική μας ένωση...
Οσες οι κοφτές ανάσες μας, όσα τα λαχανιάσματά μας, τόσα και τ'αστέρια... τόσα και τα παιδιά μας...
Αυτά τα παιδιά, που δεν γεννήθηκαν ποτέ, γιατί, οι δρόμοι μας αλλού πήγαιναν μια ζωή, και ποτέ δεν υπήρχε χρόνος και των "δυό μαζί η αγάπη" που χρειάζεται για να γεννηθούν...
Και έμειναν γιά πάντα στον ουρανό , αστέρια, να φωτίζουν τις νύχτες μας από 'δώ και μπρος...
"Κλείσε τα μάτια σου!" σου είπα...
"Ορφέας"...
Αν είχαμε ενα γιό, θά'θελα να τον λέγαμε Ορφέα...σου ψιθύρισα...
Και όπως εσύ βογγούσες μέσα μου, μου απάντησες "θάλασσα"...
Και δεν ήξερα αν ήταν το όνομα της κόρης μας ή το κορμί μου που σε κρατούσε φυλακισμένο.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΔΕΝ ΘΕΛΩ"...

Δεν θέλω αγάπη μου να μου συγχωρήσεις το παρελθόν μου...
Αυτό, οποιο και αν ήταν πάει, έχει περάσει πιά...
Το μέλλον μου θέλω να μου συγχωρείς.
Κάθε μέρα.
Κάθε στιγμή.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΚΑΠΟΤΕ"...

Κάποτε,
είχα πολλά...
Τώρα,
είμαι.
Μόνο.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΑΓΑΠΗΣΑ"...

Αγάπησα ανθρώπους που με πρόδωσαν
και πρόδωσα τους ανθρώπους
που με αγάπησαν.
Αυτοί που με πρόδωσαν,
ήταν πιό πολλοί...
Αρα,
έχω αγαπήσει στη ζωή μου,
περισσότερο από οτι έχω αγαπηθεί...