Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ"...

Χρησιμοποιούμε κάθε βράδυ
ξένα κορμιά, σαν γομολάστιχα.
για να σβήνουμε
ο ένας το κορμί του άλλου
από πάνω μας.
Μόνο που,
κάθε φορά, η γομολάστιχα ξεφεύγει
και λίγο παραπάνω...
και σβήνει μαζί
και ενα κομμάτι του εαυτού μας.
Και έτσι κάποια στιγμή,
θα χαθούμε τελείως
από την εικόνα.
Μετά,
κάθε πρωί,
μαζεύω τα ρινίσματα του είναι σου
σε ένα κουτάκι
και σε ξαναφτιάχνω
πάλι απ'την αρχή.
Και έτσι αντέχω την ημέρα...

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ"...

Μια μέρα,
αγάπησα ενα σύννεφο.
Το περίμενα σαν ξημερώσει,
να μου κρύψει για λίγο τον ήλιο,
και μόλις η σκιά του έπεφτε πάνω μου,
ξυπνούσα και του χαμογελούσα.
Οταν έβγαινα έξω στη λιακάδα,
μου έπαιζε παιχνίδια,
παίρνοντας διάφορα σχήματα
μόνο για μένα...
Κοίταζα ψηλά στον ουρανό
και έβλεπα
το σύννεφό μου μεταμορφωμένο
σε μια τεράστια κάτασπρη καρδιά
να με κοιτάζει από ψηλά...
Και ήξερα,
οτι μ'αγαπούσε και 'κείνο.
Μα κάποια μέρα,
άρχισε να βρέχει.
Το σύννεφο έλιωσε
και οι χοντρες σταγόνες της βροχής
που έγινε,
έπεσαν πάνω μου
και με μούσκεψαν.
Και μετά ανακατεύτηκαν με την σκόνη
στα βρώμικα πεζοδρόμια της πόλης...
Και η αγάπη μας,
έγινε λάσπη.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Ανοιξιατικη βροχή"...

Βρέχει και ξεπλένει...
Την κίτρινη σκόνη,
την μυρωδιά σου απο το σπίτι.
Την παρουσία σου.
Βρέχει και ποτίζει το χώμα,
μουλιάζει τη γή,
μαλακώνει τον πόνο.
Της απουσίας σου.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΟ ΤΖΑΜΙ"...

Μέσα απ'το τζάμι σε κοίταζα, και αναρρωτιόμουν αν έφτανε η φωνή μου στ' αυτιά σου.
Τα μάτια σου που με κοιτούσαν κάτι μου έλεγαν, αλλά το τζάμι ήταν εκεί, ανάμεσα μας, και δεν μπορούσα να σ' ακούσω... ούτε σ' έβλεπα.
Ο ήλιος με τύφλωνε, ετσι όπως έπεφτε πάνω στο τζάμι, και έκανε αδύνατη την επικοινωνία μας.
Το "Αττικό φώς" !!!
Μαγικό και Αδυσώπυτο!
Να μας κόβει στα δυό.
Εσύ απ'εξω και 'γώ από μέσα.
Εσύ από την μιά μεριά, και 'γω από την άλλη.
Και ανάμεσά μας, το Φως.
Να μας ξεκουφαίνει...
Και τί ήθελε η φωνή σου να μου πεί, και τί ήθελε η δική μου να σου απαντήσει, να μην γίνεται...
Σαν τα χέρια μας, που ακουμπούσαν το ένα το άλλο, αλλα ανάμεσά τους ήταν το τζάμι.
Και έτσι τελικά, ποτέ δεν σ'αγγιξα...

LETTERS TO AN IMAGINARY EX LOVER." 24 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ"...

" Γιατί δεν παντρευτήκαμε τότε;"
"Δεν μου το ζήτησες ποτέ" .
Αλλά, και αν μου το είχες ζητήσει τότε, θα είχαμε χωρίσει... αργότερα.
Αγάπη μου!
Πέρασαν 24 χρόνια από τότε...
Τώρα πίνουμε οι δυό μας καθισμένοι στα σκαμνιά του μπάρ και αναρωτιέσαι τι;
Ο,τι και να είχε γίνει τότε, θα είχε τελειώσει... λίγο καιρό μετά...
Όμως "εμείς", δεν είχαμε τελειώσει...
Και η απόδειξη είναι εδώ...
Πάμε έξω να καπνίσουμε ενα τσιγάρο. Δεν πήγαμε ποτέ μαζί τελικά στην Κωνσταντινούπολη... ίσως να πάμε για μήνα του μέλιτος... τελικά...
Θα σου δείξω όλα όσα έμαθα περπατώντας με τους άλλους στα σοκάκια της... Και θα ανακαλύψουμε καινούργια περάσματα παρέα... Τώρα ξέρω να αποφύγω τις κακοτοπιές...
Και σύ, μου έχεις πιά εμπιστοσύνη πιά... Το νιώθω!
Τώρα αφήνεσαι να σε παρασύρω στίς τρέλλες του μυαλού μου... παλιότερα δεν ήθελες...δεν ήξερες, δεν μπορούσες...
Τώρα, κρατάς το χέρι μου και με ακολουθείς...
Τελικά, καλύτερα που περιμέναμε...
Τώρα, μπορούμε να ξεκινήσουμε...
Νομίζω οτι είμαστε έτοιμοι...

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΗΣΙ"...

Στο οπισθόφυλλο έγραφε το όνομά της και την ημερομηνία. "Ιούνιος 1980".
Πήρε το μολύβι που είχε και σημείωνε καθώς διάβαζε, και συμπλήρωσε από κάτω. Απρίλιος 2011.
Τριανταένα χρόνια μετά...
Το ίδιο βιβλίο, άλλος αναγνώστης, άλλη ζωή!
Πόσα της έκρυβαν τότε οι σελίδες του! Πόσα τα μάτια της δεν μπορούσαν να δούν, το μυαλό της δεν καταλάβαινε, η καρδιά της δεν ήξερε να αναγνωρίσει!
Ακούμπησε το βιβλίο στο πάτωμα, δίπλα της, έσβησε το φώς, και με τα μάτια ανοιχτά, κοιτούσε το ταβάνι στο σκοτεινό πια δωμάτιο.
Αφησε το μυαλό της να γυρίσει πίσω, 31 χρόνια πίσω, προσπάθησε να θυμηθεί...
Μάταια. Μόνο δάκρυα κατάφεραν να κυλήσουν από τα μάτια της, οι αναμνήσεις της όλες είχαν γίνει ενα δάκρυ νοσταλγίας, με μια γεύση πικραμύγδαλου.
Από 'κείνα τα μπαλάκια μαρτσιπαν που αγόραζε και έτρωγαν το βράδυ στο κρεβάτι... Στο νοικιασμένο δωμάτιο της κυρίας Ελένης, στο Νυδρί...
Γύριζαν από τη θάλασσα αργά το απόγευμα με το φουσκωτό, το άφηναν μπροστά στο σπίτι, και μετά, εμπαιναν μέσα στο δωμάτιό τους, και με τις ώρες, έμεναν ξαπλωμένοι, αγκαλιασμένοι, να τρώνε μάρτσιπαν με γεύση πικραμύγδαλου, να ανακαλύπτουν δειλά δειλά τον έρωτα, ανακατεμένο με το αλάτι της θάλασσας και τον ιδρώτα του καλοκαιριού, και την ζέστη του μικρού δωματίου.
Σιγανά και με ντροπή, γιατί ακόμα ήτανε παιδιά και ντρέπονταν, σιγά, να μην τους ακούσουν από δίπλα, σιγά, γιατί και οι ίδιοι δεν είχαν ακόμα καλά καλά ανακαλύψει τις φωνές τους.
Την είχε συνεπάρει τότε η λύσσα του ήρωα, αυτή η άγρια δίψα του για τη ζωή και για τον έρωτα.
Κάπου μέσα της, την ένοιωθε να φουντώνει ίδια και σε "κείνη, αλλά, ήταν μικρή, ακόμα, και δεν ήξερε, την φοβόταν περισσότερο από οτι τη λαχταρούσε.
Μετά, το φθινόπωρο, χωρίσανε, εκείνη έφυγε, για σπουδές, την άρπαξε ο αέρας του βιβλίου λές, τώρα που το σκέφτεται, ετσι κάπως έγινε.
Σαν να την άρπαξε η φουρτούνα , ο ίδιος χαλασμός που περιέγραφε ο Καραγάτσης στο βιβλίο του.
Και ξημέρωσε σε άλλη γή, σε άλλη ήπειρο.
Και μετά σε άλλη, και σε άλλη...
Είδαν τα μάτια της πολλά. Ένοιωσε το κορμί της περισσότερα...
Πόνεσε, απόλαυσε, αγάπησε, μίσησε.
Αγάπησε χωρίς να την αγαπήσουν, και την αγάπησαν χωρίς να μπορέσει να αγαπήσει.
Εμεινε στέρφα η κοιλιά της απο τον σπόρο, άδεια η ζωή της από γέλια παιδικά... Δική της ήταν η επιλογή...
Την είπαν πριγκήπισσα και πόρνη, σκληρή, φτερό από πούπουλο και μετάξι...
Σαλώμη και Κασσιανή...
Μαρία και Μαγδαληνή...
Θησαυρό ζωής, Κινούμενο Παραμύθι...
Της ψιθύρισαν στο αυτί πως ήταν τυχεροί που την είχαν, και οταν αυτή έφευγε, την καταριόντουσαν και την έλεγαν "σκύλα"...
Μέσα στο σκοτάδι του δωματίου της τώρα, μόνη πάνω στο διπλό κρεβάτι της, αυτό που φιλοξένησε κατά καιρούς τους έρωτες της ζωής της!
Που μόνο αυτό ήξερε τους μυστικούς πόνους του κορμιού και της ψυχής της, έψαχνε να βρεί τον ύπνο,
έψαχνε να βρει ενα χαρτομάντηλο να σκουπίσει τα μάτια της...
Τριαντα ένα χρόνια μετά, πήρε από το πάτωμα το βιβλίο και το ακούμπησε πάνω στο στήθος της.
Το ένοιωσε να ανεβοκατεβαίνει μαζί με την καρδιά της...
Γύρισε στο πλάϊ, έριξε την κουβέρτα πάνω της έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε να την πάρει ο ύπνος...

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΣΑΛΩΜΗ - ΚΑΣΣΙΑΝΗ"...

ΣΑΛΩΜΗ - ΚΑΣΣΙΑΝΗ.

Και έρχεσαι τώρα και μου ζητάς συγγνώμη!
Να σου συγχωρέσω τι;
Εγώ, η πιο αμαρτωλή, απ’ όλους!
Εγώ, που δεν μπορώ πρώτα απ’ όλα,
να συγχωρέσω τον εαυτό μου.
Για όλα μου τα κρίματα...
Τι άφεση αμαρτιών να δώσω;
Γιατί σ’ αγάπησα;
Γιατί σε φρόντισα;
Γιατί σε άφησα;
Γιατί κοίταξα να σωθώ
Απ’ τον εαυτό μου
και από σένα;
Φύγε...
Άσε με τυλιγμένη στα πέπλα μου.
Να χορεύω τις νύχτες
περιμένοντας να ξημερώσει
και να μου φέρουν
να φιλήσω τα χείλη σου
από το κομμένο κεφάλι!

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΘΟΩΤΗΤΑ"...

Την θυμάμαι τόσο καθαρά, εκείνη τη στιγμή....
Την στιγμή της χαμένης μου πιά αθωότητας...
Εκείνη τη στιγμή, που χάθηκε από τα μάτια μου εκείνη η λάμψη τους και αντικαταστάθηκε από μιά γλυκειά μελαγχολία.
Εξακολούθούσαν να γελούν, τα μάτια, αλλά, μια αδιαόρατη θλίψη είχε περάσει μέσα από το γέλιο τους, και οταν λαμπύριζαν δεν ήξερες αν ήταν απο ευτυχία ή απο δάκρυα που δεν κυλούσαν, πιά...
Μετά, πέρασαν τα χρόνια, και ταξίδεψαν τα μάτια μου.
Είδαν πολλά.
Έκλαψαν πολύ.
Τυφλώθηκαν από κάλπικες υποσχέσεις.
Πικράθηκαν από λόγια που δεν έγιναν ποτέ πράξεις.
Θύμωσαν και άστραψαν.
Έμαθαν να κοιτάνε ίσια εμπρός,
κατάματα την αλήθεια.
Στέρεψαν απο δάκρυα.
Και έτσι όπως στέγνωσαν πιά,
Αφησαν να φανεί ξανά,
αυτή η χαμένη λάμψη της αθωότητας.
Που τελικά, δεν είχε ποτέ χαθεί.
Ηταν πάντα εκεί,
καταχωνιασμένη στο πιό βαθύ
κομμάτι της ψυχής ...

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Πάσχα"...

Σάββατο μεσημέρι, Σάββατο του Λαζάρου, με την Μεγάλη Εβδομάδα να ξεκινάει, το Πάσχα να είναι μόνο εφτά μέρες μπροστά και την Άνοιξη να μας παίζει, μιά κρύο, μιά ζέστη, μιά λιακάδα, μιά συννεφιά και ψιλόβροχο, και την κίτρινη σκόνη της γύρης να σκεπάζει τα πάντα. Από τα φύλλα των δέντρων μέχρι τα κρυφά μας μυστικά και τις συννεφιές της ψυχής μας...
Οι μυρωδιές της Άνοιξης δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις. Περνάνε μέσα απο τα ρουθούνια σου και σου τρυπάνε το μυαλό... Σε μεθάνε, σε τυλίγουν σε μιά γλυκιά ζάλη, σαν νά 'χεις καπνίσει το πιό γλυκό χασίσι του κόσμου και μένεις ακίνητος, ανίκανος να αντισταθείς, μέσα στην γλυκιά αποχάυνωση ...
Κάποιες μουσικές, βαθειά μέσα στο μυαλό σου. Τις ακούς χωρίς να ξέρεις τι ακριβώς είναι... αλλά είναι όμορφες, σε κάνουν να θές να στροβιλιστείς στο ρυθμό τους...
Να! Τώρα έβγαλε ήλιο. Τα πλακόστρωτα είναι ακόμα υγρά απο την πρωινή βροχή, αλλά οι αχτίδες του με τυφλώνουν και τα φύλλα γυαλίζουν στις σταγόνες που εχουν ακόμα μείνει πάνω τους...και αυτό το φώς, σε στέλνει κατευθείαν σε άλλους κόσμους, χωρίς το βάρος του κορμιού σου, χωρίς την κούραση της ψυχής σου, εκεί που είναι όλα φώς, όλα είναι οπως λέει και ο ποιητής, "ordre et beauté, Luxe, calme et volupté"...
Αυριο αρχίζει ακόμα μιά Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών...

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΑΝΟΙΞΗ"...

Στεκόταν εκεί, στη μέση του δρόμου, πάνω στη διαχωριστική γραμμή, ακίνητη, χτυπημένη.
Την είδα από μακρυά, και οπως οδηγούσα, προσπάθησα να φέρω το αυτοκίνητο λίγο πιό δεξιά, για να αποφύγω να περάσω απο πάνω. Και εκείνη τη στιγμή, την είδα να κάνει μιά ύστατη προσπάθεια να κουνηθεί, να κρατηθεί από την ζωή. Προσπάθησα να πατήσω φρένο, να σταματήσω, μα τα αυτοκίνητα έρχονταν και απο τις δύο μεριές του δρόμου βιαστικά, κανείς δεν είχε χρόνο να δώσει βοήθεια σε ενα χτυπημένο γατί.
Μέχρι να μπορέσω να στρίψω και να γυρίσω πίσω, ήταν ήδη αργά. Ποιός ξέρει πόσα αυτοκίνητα είχαν περάσει πάνω από το άψυχο πια ζώο. Εκείνο εξακολουθούσε να βρίσκεται στη μέση του δρόμου, κανείς δεν είχε σκεφτεί να σταματήσει και να το φέρει στην άκρη του δρόμου, και δεχόταν τα βιαστικά αυτοκίνητα να περνάνε πάνω από το σώμα του...
Λίγο αίμα είχε τρέξει από το στόμα του και είχε κάνει ενα σκούρο λεκέ στην άσφαλτο.
Και οπως βράδιαζε, ο λεκές γινόταν ενα με τον δρόμο προσπαθώντας λές να σκεπάσει την ανθρώπινη αδιαφορία...
Ηταν ένα μικρό γατάκι. Είχε περάσει όλο το κρύο του χειμώνα, και είχε καταφέρει να τα βγάλει πέρα...
Και σήμερα, ενα ανοιξιάτικο απόγευμα Τετάρτης, λίγο πρίν από το Πάσχα, κοίτοταν στη μέση του δρόμου, σαν ενας μικρός Εσταυρωμένος που μόλις είχε λυτρωθεί απο τα Πάθη του...