Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

-B-

Βγές,
δεν αντέχω πιά να "τα φυλάω".
Κουράστηκα
να μου κρύβεσαι.
Το παιχνίδι τελείωσε.
Βγες εαυτέ μου,
φανερώσου!
Σκοτείνιασε πιά,
και η μάνα μου
με φωνάζει.
Πρέπει να γυρίσω σπίτι.
1,2,3, "Φτού και Βγήκα"...

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

-Α-

Για να ξεκουμπώσουν μια μέρα
οι καρδιές,
πρέπει να κουμπώσουν ενα βράδυ
τα σώματα.
Και τα φύλλα των δέντρων,
να γυαλίζουν στον ήλιο
μετά την βροχή...
Πόσο ακόμα,
είναι το "Ακόμα";
Πόσο μπορεί να Αντέξει ο Ανθρωπος;
Με το τελευταίο -Α-
του "κουράστηκΑ",
αρχίζει το "Αντέχω Ακόμα"!
Μα,
για πόσο Ακόμα;

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

ΟΛΑ ΦΟΒΟΣ, ΟΛΑ ΕΛΠΙΔΑ...

Τί είναι αραγε πιό δυνατό;
Και τα δυό μεσα στον κόρφο μου παρέα ζούν.
Ο φόβος και η ελπίδα.
Ποιό απ' τα δύο θα κερδίσει;
Σε κοιτάζω και φοβάμαι,
σε κοιτάζω και ελπίζω.
Και μόλις η ελπίδα χαράζει στα χείλη μου,
ο φόβος έρχεται και τα παγώνει.
Μου απλώνεις το χέρι
και νοιώθω την ζέστη της ψυχής σου.
Πάω ν'απλώσω να στο πιάσω,
και με παραλύει ο φόβος της ματιάς σου.
Ελπίζω και φοβάμαι.
Φοβάμαι να ελπίζω.
Πόσο καιρό θέλει η εμπιστοσύνη για να ξανάρθει
όταν σε εχει εγκαταλείψει;

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΙΠΟΤΑ ΟΡΘΙΟ ΠΙΑ"...

Τίναξες τα βρεγμένα μπατζάκια του παντελονιού σου στο χαλί της εισόδου.
Και μπήκες μέσα.
Στα μάτια σου γυάλιζε ήδη ο διάβολος από το ποτό και τον θυμό.
Τίποτα δεν άφησες που να μην το διαλύσεις με τις κουβέντες σου!
Σε άκουγα να λές.
Μετά, σου ζήτησα να φύγεις. Έπρεπε.
Έφυγες...
Τελειώσαμε;
Τίποτα δεν είναι, τίποτα δεν μπορεί να ξαναγίνει πιά...
Εχουν όλα ήδη υπάρξει αλλοιώς!
Στα μάτια μου, στο μυαλό μου, έχω ακόμα τις εικόνες από τα λόγια σου...
Χαράχτηκαν στο μυαλό μου
λές και,
διαμάντι έκοψε γυαλί...
και το αίμα έτρεχε ποτάμι, μέχρι που στράγγιξε.
Ακόμα και όταν κλείσει η πληγή,
η ουλή μένει για πάντα.
Ακουμπάω δειλά τα δάχτυλά μου πάνω σ' εκείνο το σημείο,
και τινάζομαι από τον πόνο.
Πόσο χρόνο θέλει για να πάψεις να πονάς;

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Το Μοντελο

Την κοιτούσε, έτσι όπως καθόταν στον καναπέ, μισόγυμνη, με το κομμάτι του υφάσματος επάνω στο σώμα της, ακριβώς εκεί που το είχε ο ίδιος τοποθετήσει λίγα λεπτά πριν.
Πήγε πίσω στον καμβά του, την ξανακοίταξε, από άλλη γωνία αυτή τη φορά.
Κάτι τον ενοχλούσε.
Κάπως το φώς έριχνε επάνω της μιά σκιά που δεν του άρεσε, κάποια γωνία του προσώπου της του φαινόταν λάθος. Και τα μάτια της, είχαν μιά περίεργη έκφραση, έβγαζαν μιά μελαγχολία που δεν την άντεχε, δεν την ήθελε, αυτός την έβλεπε, δεν μπορούσε να την αγνοήσει, και τον ενοχλούσε.
Άφησε κάτω πάλι τα μολύβια του, εκνευρισμένος.
Κάτι του έφταιγε, κάτι τον έκανε να μην μπορεί να αποτυπώσει στον καμβά αυτό που έβλεπε σ'αυτό το κορίτσι, αυτό που ένοιωθε όταν την κοιτούσε.
Είδε τα μάτια της να στενεύουν ανεπαίσθητα, ενώ έμενε εκεί, ξαπλωμένη στον καναπέ του ακίνητη, και τον κοιτούσε. Είδε την σκέψη που πέρασε απο μέσα τους.
Κινήθηκε προς τον καναπέ που εκείνη ήταν στημένη, ξαπλωμένη, με το μεταξωτό ύφασμα να καλύπτει μέρος του όμορφου κορμιού της, αφήνοντας γυμνή την ψυχή της.
Τώρα, βρισκόταν ακριβώς από πάνω της.
Κοντοτάθηκε και την κοίταξε ξανά, έκανε ενα βήμα πίσω, και μετά, έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά του.
Φιλήθηκαν με ενα άγριο πάθος, και ετσι όπως αυτή ήταν ήδη γυμνή και ξαπλωμένη στον καναπέ, βρέθηκε μέσα της πρίν καλά καλά να το καταλάβει.
Τώρα της χάϊδευε το πρόσωπο, τα μαλλιά, της φιλούσε το στήθος, τον λαιμό, αυτό τον ίδιο λαιμό που λίγο πριν προσπαθούσε να ζωγραφίσει, της ψιθύριζε πίσω από το αυτί λέξεις που ούτε και αυτός καταλάβαινε,και στο τέλος, της ακινητοποίησε το κορμί της πλέκοντας τις παλάμες των χεριών του με τις δικές της, και με ενα τελευταίο σπασμό και μια άγρια χαρά, έφτασαν και οι δύο ταυτόχρονα σε οργασμό, βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή ανακούφισης, που έμοιαζε με εναν περίεργο, βαθύ αναστεναγμό.
Τώρα, ήταν και οι δύο ξαπλωμένοι αγκαλιά στο πάτωμα, χωρίς να μιλάνε, μόνο έχοντας ακόμα τις παλάμες των χεριών τους σφιχτά πλεγμένες.
Τώρα, ήξερε τί του έφταιγε τόσες μέρες με αυτό το μοντέλο τελικά.
Τώρα, συνειδητοποιούσε τι του συνέβαινε...
Δεν μπορείς να ζωγραφίσεις τον έρωτα!
Οταν είσαι εσύ ο ζωγράφος, ο,τι και να κάνεις, μπορεί να είναι καλό στα μάτια των άλλων, αλλά στα δικά σου, είναι πάντα, μια κακή, φτηνή απομίμηση αυτού που νοιώθεις...

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ"...

"Μερικές φορές, η απόγνωση σε φτάνει στα όρια σου.
Μία όμως είναι αυτή η φορά που πραγματικά τα αγγίζεις.
Εκεί είναι, που ανεβαίνεις επάνω στο κάγκελο και κοιτάς κάτω τον κόσμο να είναι στα πόδια σου, και μετά κοιτάς ψηλά, και ενώ ισορροπείς, επάνω στο λεπτό σιδερένιο δοκάρι, ανοίγεις τα χέρια σου διάπλατα και νοιώθεις την ανάγκη να πετάξεις.
Και αυτή η ανάγκη γίνεται μέσα στο μυαλό σου μιά άγρια χαρά, που σε συνεπαίρνει, και σε σπρώχνει σ' αυτό το ένα, το μοναδικό απαραίτητο βήμα.
Και μετά πετάς...
Προς τα πάνω, προς τα κάτω, τι σημασία έχει πιά;"...