Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

ΑΝΑΓΚΗ.

Την ανάγκη σου
εχω ανάγκη!
Για να μπορώ να ξυπνήσω
το πρωί,
να σηκωθώ απ'το κρεβάτι
να συνεχίσω...
Την ανάγκη να σε σκέφτομαι
χρειάζομαι!
για να παλεύω με τα θηρία
και να τα βγάζω πέρα.
Την ανάγκη
να σε νιώθω πλάι μου,
κι' ας είσαι μακριά μου.
Δίπλα μου βρίσκεσαι
μου κρατάς το χέρι,
τρυπώνεις στα όνειρά μου,
κυριεύεις τις σκέψεις μου,
παίρνεις τις αποφάσεις μου.
Τίποτα άλλο δεν έχω ανάγκη.
Τίποτα δεν χρειάζομαι.
Μόνο την ανάγκη σου.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ...

Πόσο μπορεί να σ'αγαπάω;
Τόσο που να μην τολμώ να σ'αγγίξω.
Να σ'αγκαλιάζω σαν μάνα,
και να με πονάει αυτή η αγκαλιά,
σαν ερωμένη που έχασε τον έρωτα.
Σου χαϊδεύω το κεφάλι
και σου φιλάω τρυφερά το σβέρκο.
Μυρίζω την μυρωδιά σου,
και μεθάω.
Πόσο πολύ μπορεί να σ' αγαπάω;
Που, να μην απλώνω το χέρι μου, να μην τολμώ,
να σ' αγγίξω.
Να σου χαϊδεύω την πλάτη,
να μαγεύομαι στη θέα του κορμιού σου,
να το θέλω τόσο πολύ,
και στο τέλος,
να μην μπορώ να του δοθώ.
Πόσο πολύ μπορεί να σ' αγαπάω;
Τόσο,
που ίδια ξέρω, πως μ'αγαπάς και σύ!
Και αυτό μου φτάνει.
Ακουμπάω επάνω στην σκέψη σου φευγαλέα,
και δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο
που να θέλω.
Αυτό,
μου φτάνει!

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

ΣΑΝ ΠΡΩΤΑΡΗΣ...

Αβολα ένοιωθε, το καταλάβαινε....
Δεν ήταν η ζέστη που τον έκανε να ιδρώνει, αντίθετα, φύσαγε και ενα ελαφρύ βοριαδάκι, μάλλον δροσιά, μπορεί να πεί κανείς οτι είχε...
Ηταν, που είχε μείνει μόνος του στο μαγαζί, και αν ερχόταν κάποιος, δεν ήξερε τι να κάνει...
Αστείο του φαινόταν...
Αυτός, που είχε περάσει περισσότερη από τη μισή του ζωή στα μπάρ, και είχε πιεί πάνω από το μισό Αιγαίο σε αλκοολ, τώρα, που έπρεπε να μείνει για μιά ώρα πίσω από την μπάρα, αντικαθιστώντας τον φίλο του που είχε μια ξαφνική δουλειά, ένοιωθε τρακ...
Μόνος του ήταν προς το παρόν, προς μεγάλη του ανακούφιση...
Μόνο ο γάτος του μαγαζιού, ξαπλωμένος λίγο πιό πέρα, πάνω σε ενα καναπεδάκι τεντωνόταν και γλειφόταν κάθε τόσο.
Μετά, άλλαζε πάλι στάση βαριεμάρας, και ξανάπεφτε στον ύπνο...
Μα, τώρα ακουγε γέλια και φωνές, να ανηφορίζουν προς το μπαρ, κοριτσίστικα γέλια, και οσο πιο πολύ πλησίαζαν, τόσο εκείνος ένοιωθε τις παλάμες του να ιδρώνουν...
Και ο φίλος του, αφαντος... Είχε περάσει πάνω από μιά ώρα, από τότε που έφυγε...
Που στο διάολο ήταν; Γαμώτο!!!
Τι θα έκανε τώρα;
Η παρέα μπήκε φουριόζα στο μπαρ, ούτε που πρόσεξαν οτι δεν υπήρχε κανένας άλλος.
Κατευθήνθηκαν στην ακρη της ταράτσας, εκεί, που πιά, μπροστά σου εβλεπες όλο το Αιγαίο να πέφτει και να προσκυνάει στα πόδια σου, τοποθέτησαν τις καρέκλες να βλέπουν την θάλασσα και τον γκρεμό, και συνέχισαν την κουβέντα και τα αστεία τους...
Είχαν σίγουρα ξανάρθει, η άνεση με την οποία κινούνταν στον χώρο το εδειχνε αυτό...
Ο γάτος, ξύπνησε από τον λήθαργό του, σήκωσε το κεφάλι του να δεί τι συμβαίνει και με ενα σάλτο, βρέθηκε δίπλα στους πελάτες, δίπλα της, και με μιας, πάνω στην αγκαλιά της....
Μια γλυκειά ξαφνιασμένη κραυγή, ενα καλωσόρισμα ξέφυγε από τα χείλη της...
-Καλωστονε.... που ήσουνα εσύ; κοιμόσουνα;...
Η φωνή της ήταν ζεστή και βαθειά...
Είχε μια περίεργη βραχνάδα, και μια προφορά, σαν ξένη...
Είχε αφήσει την υπόλοιπη παρέα στην κουβέντα της, και είχε αφοσιωθεί, στα χάδια με τον γάτο...
Ηξερε από γατιά, ήταν σίγουρο αυτό. Με μια της μόνο κίνηση, τον είχε γυρίσει ανάποδα και του χαϊδευε την κοιλιά, και τον λαιμό,και αυτός γουργούριζε και είχε παραδοθεί στα χάδια της, ανευ όρων...
Ετσι έκανε λες, και με τους άντρες;
Τους κοίταζε από τη μπαρα σαν υπνωτισμένος...
Ισως και να ζήλευε τον γάτο... εκείνη τη στιγμή...πάντως, σίγουρα, το μόνο που δεν έκανε, ήταν αυτό που έπρεπε...
Να ρωτήσει δηλαδή τι ήθελαν να πιούν...
Εκείνη, έστρεψε απότομα το κεφάλι της προς το μπάρ, λές και ένοιωσε το βλέμμα του καρφωμένο επάνω της...
Τον κοίταξε για λίγο, διαπεραστικά,στενεύοντας τα μεγάλα μάτια της σε δυό σχισμές...
Υστερα, με μιάς, βρέθηκε μπροστά στον πάγκο, και χαμογελώντας του τον ρώτησε αν ήταν καινούργιος εκεί...
Ο γάτος, εξακολουθούσε να τρίβεται στα πόδια της, δεν έλεγε να ξεκολλήσει από δίπλα της, και Εκείνος, για πρώτη φορά, τον καταλάβαινε και τον δικαιολογούσε απόλυτα...
-Καινούργιος είσαι... του είπε...
-Ο Ακης δεν είναι εδώ;
-Θάρθει οπου νά 'ναι... ψέλλισε αυτός...
-ΟΚ. Κάνε στην πάντα, θα σε βοηθήσω εγώ του είπε και βρέθηκε με ενα σάλτο δίπλα του...
Σερβίρισε τα ποτά της παρέας της, όσο εκείνος, την κοιτούσε σαν χαμένος, και μετά, έβγαλε από την κατάψυξη την βότκα και δυο παγωμένα σφηνάκια...
Τα γέμισε μέχρι επάνω, του έτεινε το ένα ενώ πήρε το άλλο αυτή.
-Ασπρο Πάτο... του χαμογέλασε και κατάπιε το δυνατό ποτό με μιά γουλιά...
-Αντε χαλάρωσε...
Πήρε τα ποτά των υπόλοιπων και κατευθύνθηκε στο τραπέζι της...
Και Εκείνος,
είχε μείνει εκεί, να την κοιτά, με το σφηνάκι να ιδρώνει, τα χέρια του να τρέμουν, την καρδιά του να χτυπάει σαν κομπρεσέρ, και τον γάτο να τον κοιτάει περίεργα...

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

ΓΙΑ ΕΝΑ "ΜΟΧΙΤΟ"...

Είχε ξυπνήσει αργά απο τον μεσημεριανό ύπνο, με βαρύ κεφάλι, κακοδιάθετος.
Ισως να είχε κάτσει και πολλή ώρα στον ήλιο το πρωί στη θάλασσα, ήταν και οι μεσημεριανές μπύρες...
Μπήκε στο ντούς, και άφησε το κρύο νερό να τρέξει επάνω στο κορμί του, και στο κεφάλι του, για να ξυπνήσει.
Λίγα λεπτά μετά, έκλεισε την βρύση και βγήκε γυμνός από το μπάνιο, με τα νερά να στάζουν παντού στο δωμάτιο, προχώρησε προς το μικρό μπαλκονάκι και ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλα, βγήκε έξω, αντικρύζοντας το απόλυτο γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού και το φώς του απογεύματος που τα χρύσιζε και τα δύο μαζί, σαν παλιά πατίνα...
Η θέα του έκοψε την ανάσα.
Και έτσι γυμνός οπως ήταν,και μόνος του στο δωμάτιο, ένιωσε και πάλι τόσο έντονα την ανάγκη της, την απουσία της!
Ούτε και αυτός είχε καταλάβει καλά καλά, πως είχαν μπλεχτεί οι δύο τους έτσι...
Φλέρταραν, μεταξύ τους, ήταν αλήθεια αυτό, υπήρξε μια "χημεία", από την πρώτη κιόλας στιγμή, μερικές μέρες πρίν, οταν μπήκε στο μπαρ...
Εκείνος, είχε κοιτάξει προς την μπάρα, γιατί εψαχνε να παραγγείλει κάτι να πιεί...
Αυτή, τον είχε δεί μπαίνοντας, και είχε φροντίσει να διώξει τον μπαρμαν για λίγο.
Τον πλησίασε και τον ρώτησε για την παραγγελία του.
Ξερές κουβέντες, έντονο βλέμμα, περίεργα σαλιωμένα όμορφα χείλη...
-Ενα Μοχίτο , είπε αυτός. Αν έχετε μέντα όμως... Οχι με δυόσμο!
Τον κοίταξε προκλητικά αυτή τη φορά... Χαμογέλασε κάπως ειρωνικά...
-Φυσικά και έχουμε μέντα... Αλλοίμονο...
Του γύρισε απότομα την πλάτη της, άναψε ενα τσιγάρο και καταπιάστηκε να ετοιμάζει το ποτό.
Εβαλε όλη της την τέχνη... σαν να ήθελε να του αποδείξει κάτι...
Το αιώνιο παιχνίδι...
Ελιωσε την μέντα, θρυμμάτισε τον πάγο, ανακάτεψε τα ποτά...
Μιά ολόκληρη τελετουργία...
Σαν τα παιχνίδια του έρωτα...
Μέχρι και το υπογάστριό της ένιωσε να σφίγγεται... Πήρε βαθιά ανάσα, γύρισε προς τον πάγκο, επιασε ενα καλαμάκι στο χέρι της, το κράτησε μερικά δευτερόλεπτα ψηλά, παίζοντας μαζί του, και μετά, αργά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια, το έβαλε μέσα στο ποτήρι, και του το πρόσφερε...
-Ορίστε, έτοιμο... του είπε συνεχίζοντας να τον κοιτάζει προκλητικά...
-Για να δούμε... τα κατάφερα;
-Εκείνος χαμογέλασε και απλωσε το χέρι του να πάρει το ποτήρι...
Δευτερόπλεπτα κράτησε η επαφή τους...
Αλλά ήταν αρκετά.
Δεν τον ζάλισε το μοχίτο, αυτό ήταν σίγουρο.
Ούτε και τα σφηνάκια της τεκίλας που ακολούθησαν μετά, παρόλο που,δεν θυμόταν την επόμενη πόσα είχαν πιεί...
Ελάχιστα είχε δεί εκείνη την πρώτη βραδιά, τον ιδιοκτήτη του μπαρ, το κολλητό του φίλο...
Εφυγε μαζί της οταν σχεδόν χάραζε στο Αιγαίο...
Δεν είναι σίγουρος πως βρέθηκαν στο δωμάτιό του γυμνοί και αγκαλιασμένοι.
Δεν θα ξεχάσει ποτέ πως περπάτησαν από την βεράντα στην άδεια παραλία ξημερώματα και μπήκαν στην παγωμένη θάλασσα...
Αγκαλιάστηκαν ξανά, μέσα στο νερό...
Γύρισαν στο δωμάτιο οταν πιά ο ήλιος είχε βγεί για τα καλά...
Εκείνη φόρεσε τα ρούχα της πάνω από το βρεγμενο της σώμα, και τον φίλησε απαλά...
-Πάω να κανω ντούς, και να αλλαξω του είπε...
-Θα τα πούμε ίσως το βράδυ...
ΑΑΑΑ... ξέρεις...
-Εγώ, δεν δουλεύω στο μπαρ, φίλη του Ακη είμαι...
-Απο περιέργεια κάθισα πίσω από την μπάρα...
-Ελπίζω το Μοχίτο σου να ήταν καλό... Δεν είχα ξαναφτιάξει ποτέ στη ζωή μου...