Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΓΡΑΦΩ"...

Γράφω...
Γιατί οι λέξεις
είναι πιό δυνατές
από τα λόγια.
Γράφω.
Γιατί χαράζω στο χαρτί
ο,τι δεν μπορώ
να χαράξω στην καρδιά μου.
Γράφω.
Γιατί η φωνή μου
δεν μπορεί να σε φτάσει
εκεί που είσαι.
Γράφω.
Επειδή,
τα έχουμε πεί όλα πιά.
Και πώς αλλοιώς
να σου πω πως
σ'αγαπώ;

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΣΤΑΧΤΕΣ"...

18.54
18.55
18.56...
Μετά, έσβησε η οθόνη του κινητού της. Δεν μπορούσε να δεί την ώρρα πιά.
Στο τζάκι, η φωτιά σιγότρωγε ενα ενα τα ξύλα και το μόνο που απέμενε ήταν στάχτη.
19.10
19.11
19.12...
Έσβησε πάλι η οθόνη...
Το τηλέφωνο δεν χτυπούσε.
Οσο και αν το κοιτούσε, εκείνο παρέμενε σιωπηλό.
Δεν θα τηλεφωνούσε, το ήξερε πως μάταια περίμενε.
Εβαλε και άλλα ξύλα στη φωτιά.
Ακόμα πιό πολύ στάχτη...
23.45
23.46
23.47...
Στάχτη!
Αυτό είχε απομείνει τελικά...
Όταν τα χαράματα ανέβηκε να γύρει το κουρασμένο της κορμί και το σαλεμένο της μυαλό στο μαξιλάρι, το μόνο που είχε μείνει στο σαλόνι ήταν οι στάχτες από τις ελπίδες της, την ζωή της, και τα ξύλα που είχαν καεί στο σβηστό πια τζάκι...

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ"...

"Προσφορά, από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή μόνο", έγραφε το κείμενο του μειλ , και εκείνη κοιτούσε την οθόνη του υπολογιστή, σαν υπνωτισμένη.
Ανατολική Ευρώπη...
Διάβασε πιο κάτω κάποιες πόλεις, που ούτε ήξερε μέχρι τώρα πως υπήρχαν .
Μόνο μία αναγνώρισε. Γκντανσκ.
Έμεινε για λίγο ακίνητη, σκεφτική, μετά πάτησε το "enter" στον υπολογιστή και βρέθηκε ύστερα απο λίγο με ενα ηλεκτρονικό εισιτήριο τυπωμένο από τον εκτυπωτή της, που της έλεγε οτι σε 4 ώρες πετούσε για το Γκντανσκ.
Δεν ήξερε καλά καλά, που βρισκόταν αυτή η πόλη, αλλά, δεν είχε και πολύ καιρό να το ψάξει.
Αυτό που ήξερε καλά, ήταν οτι ήθελε να φύγει, και αυτό το κομμάτι χαρτί που κρατούσε στα χέρια της, ήταν το κλειδί που της άνοιγε την πόρτα.
Έρριξε βιαστικά μέσα σε ενα σακ βουαγιάζ μερικά ζεστά πουλόβερ, μάλλινες κάλτσες, κασκόλ, γάντια,σκούφο. Πήρε το πάνινο αρκουδάκι της, 2-3 βιβλία, τον υπολογιστή και το "ipod".
Εκλεισε το σπίτι, μπήκε στο αυτοκίνητό της. Μισή ώρα δρόμος το αεροδρόμιο, όση ώρα χρειαζόταν για να ειδοποιήσει τους δικούς της οτι θα έλειπε μερικές μέρες.
Δεν θέλησε να δώσει περισσότερες εξηγήσεις.
Τσεκ-ιν, έλεγχος διαβατηρίων, αίθουσα αναμονής, Wi Fi στο αεροδρόμιο και στην ώρα μέχρι να καλέσουν την πτήση, το Google της έδωσε ολες της πληροφορίες για το που πήγαινε...
Νοέμβρης μήνας, σε ενα λιμάνι της Βαλτικής, κάπου στο Βορρά, στην Πολωνία.
Ενα λιμάνι λοιπόν ήταν εκεί που πήγαινε.
Στη θάλασσα, κρύο ίσως, μα κυρίως, άγνωστη αυτή, σε ένα άγνωστο προορισμό, ανάμεσα σε αγνώστους...
Μακρυά από όλους και απ' όλα.
Εκλεισε για λίγο τα μάτια, πήρε μια βαθειά ανάσα.
Ακουσε τώρα να φωνάζουν την πτήση της.
Προχώρησε προς την πόρτα, έδωσε το boarding pass και μπήκε στο αεροπλάνο που ήταν σχεδόν άδειο.
Ποιός αλήθεια πήγαινε στο Γκντανσκ στα μέσα του Νοέμβρη ενα απόγευμα Δευτέρας έτσι ξαφνικά χωρίς λόγο;
Χωρίς λόγο; χαμογέλασε σχεδόν, με μιά ιδέα πίκρας στις άκρες των χειλιών.
Εδεσε την ζώνη της, και έκλεισε τα μάτια.
Το ταξίδι της είχε αρχίσει...

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ"

Αυτός ο ήλιος, ο χειμωνιάτικος
πάνω στα χαλκοπράσινα φύλλα
τα κάνει και χρυσίζουν έτσι που φωτίζει.
Δίπλα του γυμνό από φύλλα
το δέντρο.
Μόνο οι λωτοί κρέμονται
ζωηρό πορτοκαλί, με την χρυσή ανατανάκλαση
από τον απογευματινό ήλιο.
Γύμνό το δέντρο
κούτσουρο ξερό,
με τους καρπούς του
να κρέμονται σαν χριστουγεννιάτικες μπάλες.
μα τα χριστούγεννα δεν εχουν ερθει ακόμα.
Γυμνή και γώ απέναντι
μέσα απ' το τζάμι το χαζεύω.
Δίχως φύλλα πάνω μου,
δίχως καρπούς,
και ο ήλιος
την απέναντι μεριά φωτίζει.
Εγώ είμαι στη σκιά.
Κρυώνω,
η Ανοιξη είναι ακόμα μακριά
και ελπίδα και κουράγιο για να ανθίσω,
πιά δεν έχω...

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΤΡΥΠΩΝΩ"

Τρυπώνω στα όνειρά σου
και αφήνω χαραμάδα
για να μπείς και σύ
στα δικά μου.
εκεί συναντιόμαστε
χρόνια τώρα.
Εκεί αγαπιόμαστε
με πάθος, με τρυφερότητα,
καμμιά φορά, με απελπισία.
Κι' ύστερα,
οταν το ξυπνητήρι
αναγγείλει την καινούργια μέρα,
κλείνω τα μάτια
και σε σκέφτομαι
μέχρι να νυχτώσει
πάλι...

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΟΙ ΕΛΙΕΣ"...

"Θα πάω, είπες, στις ελιές",
και ο πατέρας χαμογέλασε...
Κοίταξε τα χέρια σου,
λεπτά και μακρυά,
δάχτυλα που μόνο για χάδια
ήταν κατάλληλα,
μα δεν μίλησε.
"Να πάς γιέ μου'
είπε μόνο...
Γύρισες,
δυό μέρες μετά.
Παγωμένος απο το κρύο
του κάμπου,
χέρια πληγωμένα,
χείλη σφιγμένα
από το πείσμα σου.
Έμεινες.
Άντεξες.
Κέρδισες,
το στοίχημά σου.
Μπήκες στο μπάνιο να πλυθείς.
Κι' ύστερα,
κλείστηκες στο δωμάτιό σου.
Χαϊδεψες το μολύβι σου
και άρχισες να γράφεις...

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΚΙ΄ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΑ"...

Υπάρχουν ακόμα άντρες
που
παίζουν στο δρόμο
μπάσκετ με τους φίλους τους.
Σαν τα μικρά παιδιά...
Υπάρχουν σας λέω...
Δεν τους ψάχνεις, τους βρίσκεις!
Ετσι ξαφνικά, όπως πρέπει.
Σου πέφτουν ουρανοκατέβατοι
εκεί που δεν το περιμένεις.
Γυρίζουν μετά απο το παιχνίδι,
ιδρωμένοι...
Και ο ιδρώτας τους,
είναι αγίασμα
καθώς σε αγκαλιάζουν...
Και όταν κυλιέστε στα καθαρά σεντόνια,
εκείνα, αναστενάζουν.
Σαν να τυλίγουν μέσα τους,
το διπλό σώμα,ενος Χριστού.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ"...

Πότε;
θα περπατήσουμε
πιασμένοι χέρι χέρι
στην όχθη της λίμνης;
Πότε;
θα ξυπνήσουμε αγκαλιά
κάτω απ΄τ΄ασπρα
λινά σεντόνια
του ξενοδοχείου
ύστερα από μια νύχτα έρωτα;
Ν' ανοίξω τα μάτια μου
μ' ένα φιλί σου
και τα πόδια μου,
για να σε κλείσω μέσα μου ξανά.
Πότε;
θα μου χαρίσεις
μια νύχτα και ενα πρωϊνό;
Κλεμμένο
και απ΄των δυό μας
τις διπλές ζωές;
Πότε;
Κάποτε ίσως;
ή, ποτέ;

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ ΜΟΥ. 3."

Σήμερα το μολύβι μου επαναστάτησε.
Βρήκε μόνο του την ξύστρα,
ακόνισε την μύτη του,
και άρχισε να γράφει χωρίς εμένα.
Ξαπλωμένη στο κρεβάτι,
ανήμπορη και βυθισμένη,
δεν είχα κουράγιο,
ούτε να δω τι έγραφε.
Σκούπιζα τα μάτια μου,
μάταια,
αφού τα δάκρυα τα πλημμύριζαν,
αμέσως πάλι.
Σκέπαζα το κεφάλι μου
με την κουβέρτα,
να μην ακούω
το γρατζούνισμά του πάνω στο χαρτί.
Μα εκείνο συνέχιζε...
Αγνοώντας με.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι
ώρες αργότερα.
και όπως έσκυψα για να μαζέψω
τα βρώμικα χαρτομάντηλα
και να πιώ νερό,
το είδα,
αποκαμωμένο να κοιμάται
γλυκά παραδωμένο
πάνω στο χαρτί.
"Μην παραδίνεσαι"
"Μην παραδίνεσαι"
"Μην παραδίνεσαι"...
μου 'χε γράψει,
και ετσι είχε αποκοιμηθεί.
Μα είχε καταφέρει να με ξυπνήσει...