Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

ΕΡΩΤΙΚΑ. 2013.

Μ' αρέσει,
να σ' έχω ανάσκελα 
στο κρεβάτι.
Να κάθομαι πάνω σου,
Να κοιτάω στο πρόσωπό σου,
τις χίλιες μορφές
της ηδονής...
Να σε νιώθω μέσα μου,
να χάνεσαι
στον λαβύρινθο μιας 
αγάπης ερωτικής,
που φτάνει σε οργασμό,
ακουμπώντας τα ακροδάχτυλα
των σφιχτά πλεγμένων
χεριών μας...

ΤΟΝ ΖΕΣΤΟ ΙΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 2013. ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΟΜΟΝΟΙΑ

Εκεί που ζώ εγώ, 
δεν υπάρχει δακτύλιος...
Οι νόμοι, διαβάζονται
ανάμεσα στις γραμμές
και είναι γραμμένοι
στο περιθώριο.
Το μόνο που χρειάζεσαι,
είναι να έχεις μπέσα...
Αν μπορείς, 
να κοιτάς τους ανθρώπους
ίσια μέσα στα μάτια,
δεν κινδυνεύεις πουθενά...

2013. ΑΘΗΝΑ.

Δεν σε ονειρεύομαι πιά!
Ακόμα και τα όνειρα,
έγιναν η αγωνία 
της επιβίωσης.
Το ψωμί της Ημέρας
και ο εφιάλτης
της Επόμενης.
Το βράδυ, δεν κοιμάμαι
Μα, δεν σε σκέφτομαι...
Ακούω τις φωνές
του δρόμου.
Την καρδιά της Αθήνας,
που αγωνίζεται να
αντέξει.
Δεν σε ονειρεύομαι πιά.
Έχω να φάω,
μα δεν ζω...

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΚΕΝΟ.

Φεύγουν οι άνθρωποι 
απ' τη ζωή μας,
και αφήνουν πίσω τους 
ενα κενό.
Σιγά σιγά η ζωή μας
γεμίζει μικρά κενά
που όλα μαζί, 
κάνουν ενα μεγαλύτερο κενό.
Και στο τέλος,
μένουμε στη άκρη μας, 
στριμωγμένοι,
και το κενό μεγαλώνει
και μας πιέζει,
ολοένα και περισσότερο
μας πιέζει,
και μας στριμώχνει.
Σ'ένα τεντωμένο σκοινί καταλήγουμε
να ζούμε τελικά.
Χωρίς δίχτυ ασφαλείας
από κάτω.
Μόνο με ένα απέραντο κενό...
...Και φιλούσα τα φύλλα του βασιλικού,
σαν να φιλώ τα χείλη σου...
Με μεθούσε η μυρωδιά του
σαν την ανάσα σου.
Φυσούσε το αεράκι 
και μου ψιθύριζε στ'αυτί,
"αγάπη μου", "αγάπη μου",
Και γώ,
έκλεινα τα μάτια μου
και αφηνόμουν. 
Να με τυλίγουν τα φύλλα του
γύρω απο το λαιμό μου.
Και με ανατρίχιαζε
αυτό το τύλιγμα
μου 'κοβε λες, την ανάσα...
Τόσο πολύ, σε ήθελα!
Τόσο πολύ, με μέθαγες
με τη μυρωδιά σου.
Βασιλικέ μου πλατύφυλλε,
Ομορφιά της ψυχής μου,
Καμάρι της αυλής μου...
Κι΄όλο πιο πολύ με τύλιγες,
κι' όλο πιο πολύ τα φιλούσα
τα φύλλα σου τα όμορφα.
Έκλεισα τα μάτια πια,
και αφέθηκα...
στο σμίξιμό μας...

Για χρόνια στο χωριό έλεγαν,
ποτέ δεν είχαν δεί,
βασιλικό να τυλίγεται και να πνίγει έτσι
άνθρωπο. 

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

ΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ.

"Μέσα μου βράδιασε
κι ας φέγγει έξω ακόμα ό ήλιος.
Η καρδιά μου άδειασε.
Μείναμε μόνοι μας
Εσύ και γώ.
Και σε ποιόν να πούμε 
τώρα πια τα ψέμματά μας;
Η αλήθεια μας κοιτά 
καταπρόσωπο
Κι' έχει δυό μάτια καστανά,
που με σκοτώνουν.
Είναι τα μάτια μου, αυτά
που με κοιτούν;
Η τα δικά σου;

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ.


“Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.”
Μ. Αναγνωστάκης.

Κουρασμένη, βαριά, έσερνε το κορμί και την ψυχή της, μέρες τώρα...
Ούτε να πάψει να υπάρχει μπορούσε, τόσοι άνθρωποι περίμεναν απ’ αυτήν...
Και η κούραση της ψυχής της την βάραινε τόσο πολύ...
Χείλια σφιγμένα, μην βγεί η πίκρα και ακουμπίσει άλλον άνθρωπο, μόνον αυτή να την καταπίνει. Μάτια θολά, μα δάκρυ να μην κυλήσει, να μην αγγίξει ξένο μαντήλι.
Να τον κοιτά απο μακριά, να τον αγαπάει, να τον καμαρώνει, να τον προσέχει: Έφαγες; Σου’στιψαν πορτοκαλάδα το πρωί; Σε πλύναν; Σε σιδέρωσαν να είσαι ατσαλάκωτος;
Καμαρώστε κορμοστασιά, δείτε παράστημα! Ενας άγγελος, ενας Ερμής, ενας Απόλλωνας.
Ποιός γλύπτης θα τολμήσει να το απεικονίσει αυτό το πλάσμα; Ποιός μπορεί να φυλακίσει σε μάρμαρο , σε μπρούντζο τέτοια ομορφιά;
Και αυτή, να μην τον αγγίζει!
Να μην μπορεί ν’απλώσει χέρι να χαϊδέψει το μέτωπο, να περάσει τα δάχτυλα μέσα από τα πυκνά ασημόγκριζα μαλλιά...
Εκεί να στέκει, κοντά και μακρυά μαζί... 
Να τον κοιτά, να του μιλά, να τον νοιώθει, να τον νοιάζεται, και να ξέρει πως την νοιάζεται κι΄αυτός...
Μέχρις εκεί. Μέχρις εκεί να φτάνει!

Και πάντα, «να περιμένει ενα γράμμα, που δεν έρχεται, τα χαμένα φτερά τους, αυτά που δεν θα αποκτήσουν ποτέ , για να πετάξουν ψηλά μαζί»...

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΨΕΜΜΑΤΑ ΣΑΝ ΕΡΩΤΑΣ.

"Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος."
Μ. Αναγνωστάκης.

Μα, σε κοιτάζω και δεν βρίσκω τίποτα 
να σου πω...
και το γιατί μου, βουβό παράπονο 
στα δακρυσμένα μάτια μου.
Που όσα δάκρυα κι'αν ξόδεψα,
δικό μου ποτέ δεν σ' έκανα.
Και ότι και αν μου έταξες,
στα ψεύτικα θα μείνει.
Και πάντα, μέσα απ' το τζάμι
θα κοιταζόμαστε
και να αγγίξουμε ο ένας τον άλλον,
δεν θα το κατορθώσουμε ποτέ.