Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ".

Περπατούσε στη μέση του δρόμου,
με το κεφάλι σκυμμένο.
Δύσκολο να σηκώσεις το βλέμμα
ψηλά, αυτές τις μέρες.
Κοιτούσε τα παπούτσια της
να εναλλάσονται
το ένα με το άλλο,
πάνω στα βρώμικα και σπασμένα
πλακάκια του πεζοδρομίου.
Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου,
περιμένοντας να ανάψει
το φανάρι για τους πεζούς.
Και στην απέναντι μεριά του δρόμου,
εκεί που έπεφτε το φως απ το
φανάρι,
είδε μια πατημένη κατσαρίδα.
Κουνούσε ακόμα με κόπο,
τις κεραίες της....
Μάταια.
Ηταν ήδη πεθαμένη
όσο και αν προσπαθούσε.
Έμεινε να κοιτά τον θάνατο
αργό και βασανιστικό
από την απέναντι μεριά
του πεζοδρομίου.
Πέρασαν αρκετά φανάρια
μέχρι να διασχίσει τον δρόμο.
Προσπέρασε την ψόφια κατσαρίδα
και συνέχισε τον δρόμο της.
Όταν έφτασε στο σπίτι,
πήγε κατευθείαν στο μπάνιο,
έπλυνε τα χέρια της
και έψησε καφέ.
Κι' εκεί, στην μικρή κουζίνα,
κήδεψε όλες τις μάταιες προσπάθειες
της ζωής της
μ΄ένα πικρό καφέ και μια γουλιά κονιάκ....





Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ".

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ...
Στον Γιάννη Γαλάνη.
Σε θυμάμαι, να περπατάμε στη Στουρνάρη, όταν με άφηνε το σχολικό,να με πιάνεις από το χέρι, και να ανασηκώνομαι στις μύτες των ποδιών για να φτάσω με το τεντωμένο χερι μου το δικό σου....
Σε θυμάμαι να περνάμε απέναντι στην Γ΄Σεπτεμβρίου, στο δρόμο για το σπίτι... Να περπατάμε διασχίζοντας τον δρόμο, που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε πελώριος, και 'γω να έχω τα μάτια καρφωμένα δίπλα στο φανάρι, στον καστανά, που έψηνε τα κάστανα...
Δεν μιλούσα, δεν ζητούσα, ντρεπόμουν και λίγο να ζητήσω, όμως, πως το ένοιωθες, πώς το καταλάβαινες, μόλις ανεβαίναμε στο πεζοδρόμιο, κοντοστεκόσουν λίγο,έβαζες το χέρι στην τσέπη, κοίταγες τα ψιλά, "τα λιανά" σου όπως τα ΄λεγες, και ξεχωρίζοντας ενα τάλληρο, σε ακουγα να λές στον καστανά,"βάλε πέντε δραχμές απο τα μεγάλα"...
Και μετά, με κοιτούσες γνέφοντάς μου να απλώσω το δικό μου χέρι, και να γεμίσει η χούφτα μου απο την ζέστη και την μυρωδιά του μαγικού χωνιού...
"Θα φας και το φαϊ σου όμως μετά," μου 'λεγες, "γιατί θα με σκοτώσει η μάνα σου αλλοιώς"... και γω χαμένη στην μυρωδιά, στην ζέστα του χωνιού, στη γεύση του ψημένου κάστανου, έγνεφα "ναι",και κρατούσα στα χέρια μου όλη την ευτυχία του Νοέμβρη...
Μέχρι το σπίτι, εσύ κρατούσες την σάκκα , και γώ το χωνί με τα κάστανα...πού σιγά σιγά άδειαζε από καρπούς και γέμιζε τσόφλια...
Όργωσες τον Πάρνωνα και τη Μέση Ανατολή με τον πατέρα μου, έζησες την φρίκη του πολέμου μαζί του, και κράτησες όλη την αγάπη που είχες μέσα σου για να την δώσεις σε μένα...
Μαζί πηγαίναμε στο Σινεακ, εσύ με γυρνούσες απο την στάση του σχολικού, εσύ με πήγαινες βόλτα στην Σταδίου να δώ τις στολισμένες βιτρίνες...
Με καμάρωνες σαν μεγάλωνα, και γώ σε πείραζα για τα κιτρινισμένα απο την νικοτίνη δάχτυλά σου και για το στριμμένο τσιγάρο που πάντα είχες έτοιμο στο αυτί σου...
Κάποτε στην γιορτή σου σου χάρισα εναν αναπτήρα...
Ελλειπα για σπουδές στην Αμερική όταν με πήρε η αδερφή μου να μου πεί οτι δεν ήσουν καλά. Πήγε αυτή στο χωριό και στάθηκε δίπλα σου, εγώ έπρεπε να ήμουν , μα μας χώριζαν δυό ωκεανοί...
Και στο μικρό κομοδίνο σου δίπλα στο κρεβάτι που άφησες την τελευταία σου πνοή, μαζί με το ποτήρι του νερού, ήταν η φωτογραφία μου και ο αναπτήρας...
Κοιτάζω τους ελάχιστους πια καστανάδες στην ρημαγμένη σημερινή Αθήνα, πλησιάζω για να νοιώσω την ζέστα της φουφούς και την μυρωδιά...
Δεν υπάρχουν τάλληρα πιά, δεν είμαι πια πεντάχρονο κοριτσάκι, η ζωή περασε απο πάνω μου σαν οδοστρωτήρας, το ΣΙΝΕΑΚ έκλεισε χρόνια τώρα πολλά...
Η Αθήνα έγινε σκληρή και απόμακρη, οι δρόμοι της δεν φαντάζουν πια τεράστιοι, η Σταδίου παραπαίει με τα περισσότερα μαγαζιά κλειστά... αλλα, τίποτα δεν είναι χειρότερο απ΄ οτι δεν υπάρχεις πια εσύ, δεν υπάρχει πια ο Κοδέλλας, δεν υπάρχει η Ρουλίτσα μου, η Κατινίτσα, η Φώτω, η μάνα, ο πατέρας, ο αδερφός...
Γιάννη Γαλάνη, όπου και αν βρίσκεσαι, όσο ζω, δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγάπη που μου έδωσες 
και πάντα η μυρωδιά των ψημένων κάστανων θα με γυρίζει πίσω στην ανεμελιά των παιδικών μου χρόνων.