Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΒΑΡΕΘΗΚΑ".

Βαρέθηκα!
Είπε, και έκλεισε τα μάτια της....
Και έτσι μαγικά, σβήστηκαν όλα απ’ το μυαλό της....
Ένα απέραντο λευκό κενό, κάτι σαν πουρές πατάτας, ζεστός , λαχταριστός νόστιμος...
Μόνο αυτό ένοιωθε ότι είχε στο κεφάλι της...
Της γέμιζε και το στομάχι, ένοιωθε χορτάτη, ευτυχισμένη,
χωρίς να ξέρει ούτε γιατί, ούτε πώς...
Μετά από εκείνο το «βαρέθηκα» που είχε πει, έτσι τουλάχιστον άκουγε να λένε οι άλλοι, γιατί αυτή, δεν νοιαζόταν πια..
Μια μοβ χάρτινη πεταλούδα, δεμένη σε ένα λεπτό σύρμα και ενωμένη με ένα ηλιακό μηχανάκι, γύριζε σαν τρελή γύρω γύρω από τα δεσμά της, μπηγμένη σε ένα γλαστράκι βασιλικού.
Δεν την ένοιαζε που ήταν χάρτινη, πετούσε και έτσι, και έπειτα, ποιός την βεβαίωνε ότι και αυτή δεν είχε ψυχή;
Το βράδυ που ο ήλιος σταμάταγε να τροφοδοτεί το μηχανάκι, έστεκε ακίνητη.
Από την έξω μεριά του παραθύρου.
Από την μέσα μεριά, έστεκε αυτή, και την παρατηρούσε...
Τα χρώματα, τα σχέδια, τις πιτσίλες...
Καμμιά φορά, αν φυσούσε λίγο, τρεμόπαιζε στον αέρα... η πεταλούδα.
Γιατί εκείνη έστεκε ακίνητη... με ένα μισό, θλιμμένο χαμόγελο στα χείλη της και μια παραιτημένη ηρεμία στα μεγάλα της μάτια.
Είχε πάψει να μιλάει εδώ και καιρό.
Τι να πεί;
Και σε ποιόν;
Και γιατί;
Άκουγε όλα όσα της έλεγαν, κανείς δεν μπορούσε να πεί αν κατανοούσε..
Λές και έμπαινε από μιά μυστική σύριγγα ο ήλιος μέσα στις φλέβες, της, σαν ναρκωτικό, και την ανέβαζε σε άλλους ουρανούς...
Μόνο τον ήλιο κοιτούσε, μόνο αυτόν δεχόταν πια να την αγγίξει.
Και μόνο αυτός την άγγιζε πιά.
Είχε πάρει τόση στενοχώρια στην ψυχή της, δεν χωρούσε άλλη έλεγε κάθε φορά. Και μετά από λίγο, πάλι άδειαζε λίγος χώρος, και ξαναγέμιζε με καινούρια.
Ποιά κατάρα την κυνηγούσε; Ποιά κατάρα που την έβγαζε το κορμί της; Λες και την γεννούσε η ίδια πάντα.
Κρύωνε. Την διαπερνούσε ένα ρίγος θανάτου. Μα μόνο μέχρι εκεί έφτανε, και σταματούσε.
Δεν συνέχιζε, τουλάχιστον να την λυτρώσει.
Κρύωνε όπως τότε... στο Μόναχο...
Μόνο που τώρα δεν υπήρχε φως,
Δεν υπήρχε ηρεμία, δεν υπήρχε ούτε ο πατέρας της από την από δω μεριά της ζωής, να της ζητήσει να μείνει.
Είχαν όλοι χαθεί...
Και αυτή είχε μείνει μόνη στο σκοτάδι και στον σκατόκοσμο που την περιτριγύριζε.
Και το μισούσε πια αυτό, δεν το άντεχε άλλο.
ΒΑΡΕΘΗΚΑ! Ξανασκέφτηκε.
ΒΑΡΕΘΗΚΑ! Ψιθύρισε σιγανά στον εαυτό της...
ΒΑΡΕΘΗΚΑ!
Και έκλεισε τα μάτια της.


Δημοσίευση σχολίου