Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

"ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ". "ΑΝΑΠΝΕΩ".

Αναπνέω ακόμα...
Αναπνέω.
Γεμίζω τα πνευμόνια μου
με αέρα
ανακατεμένο με καυσαέριο
μα αναπνέω...
και ας θέλω μόνο
να κοιμηθώ.
Ακόμα και στον ύπνο
συνεχίζει κανείς
να αναπνέει.
Κρατιέμαι απο το κλαδί
σφιχτά.
Κοιτάζω την ανθισμένη κερασιά
απο κάτω προς τα πάνω.
Το χέρι μου κρατά
το κλαδί της,
και μαδάει κάποια από
τα ανθάκια της.
Τεντώνω τον λαιμό μου
σηκώνω το βλέμμα
ανάμεσα στα λουλούδια της,
βλέπω ουρανό.
Κλείνω τα μάτια,
ξαναβλέπω ουρανό.
Γαλάζιο ουρανό σπαρμένο
με άσπρα λουλούδια...
Ακόμα μιαν ανάσα...
Το χέρι αρχίζει να κουράζεται.
Κρατάω σφιχτά το κλαδί.
Νυστάζω.
Ακούω στ'αυτιά μου το νανούρισμα,
"κοιμήσου και παρήγγειλα,
στην Πόλη τα προικιά σου
στη Βενετιά τα ρούχα σου
και τα διαμαντικά σου"...
Αποκοιμιέμαι...
Πετάω ξαφνικά,
ανάλαφρη...
Και στο χέρι μου
κρατάω σφιχτά,
ακόμα,
ενα κλαδάκι ανθισμένης
κερασιάς...

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

"ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ".

Μικρό αγόρι,
κάποια μέρα, θα γυρίσεις
ξανά,
αφού θα έχουμε πεί αντίο.
Θα ανέβεις τα σκαλιά,
θα ξαναμπείς στο σπίτι
και θα σε κλείσω μέσα μου.
Κάποια νύχτα,
θα ξεκλειδώσω πάλι
την πόρτα πού θα έχει
κλείσει πίσω σου,
και θα σε κρατήσω
για πάντα εδώ...
Κι' ας φεύγουμε τα βράδια
ο καθένας
για το δικό του κρεβάτι...

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

"ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ". "ΒΛΕΜΜΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟ".

Βλέμμα μου σκοτεινό,
πού μόνο μέσα στην ψυχή μου
κοιτάς,
που'ναι η χαρά; πού'ναι το γέλιο;
Γιατί μόνο σκοτάδι
βρίσκεις πάντα;
Γιατί το φως το διώχνεις
απο κοντά σου;
Μην το φοβάσαι,
άστο να σε τυλίξει
άστο να λούσει τα μαλλιά σου,
άστο την ψυχή σου να πλύνει.
Να ξεπλύνει τον πόνο, τον φόβο , την απόγνωση...
Αστο να σου δώσει κουράγιο
να φέρει το γέλιο στα χείλη σου.
Ποιά κατάρα σ'έχει δέσει
μόνο να παλεύεις πάντα;
Ποιάς κακίας η δύναμη
σε σπρώχνει πάντα
στο σκοτάδι;
Βλέμμα μου θλιμμένο
και θολό,
Κλείσε τα μάτια σου
στο σκοτάδι
και άνοιξέ τα πάλι
στο φώς.

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

"ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ". "Η ΕΚΤΑΦΗ".

Μελετούσα το κρανίο σου
πάνω απο τον ανοιγμένο
δανεικό τάφο.
Αγγιζα τις εσοχές που
κάποτε ήταν τα μάγουλά σου
Έφερνα τα χέρια μου
πάνω στους κροτάφους σου.
Πονάς;
Έχεις ημικρανία;
Χτυπούν δυνατά,οι ανύπαρκτες
πια φλέβες;
Σε τριβελίζουν ακόμα;
Βλέπω αυτό το μισό,
κρυμμένο σου χαμόγελο
να μου χαμογελάει.
Εγώ είμαι εδώ.
Είσαι κάπου τριγύρω;
Πως είναι δυνατόν
αυτό το μικροσκοπικό κουφάρι
να είσαι εσύ;
Ολόϊδιος εσύ;
Και να μου χαμογελάς!
Σε χαϊδεύω απαλά.
Κοιτώ τον σαστισμένο εργάτη
Με ένα νεύμα μου,
σε κλείνει μέσα σε ένα
μικροσκοπικό κουτί.
Το παίρνω και το τοποθετώ
στο κενοτάφιο.
Αυτό που εσύ ο ίδιος
διάλεξες.
Εδώ θα μένεις πιά.
Εδώ ήθελες.
Κλείνει η μαρμάρινη πλάκα
με το όνομά σου πάνω.
Au revoir, λοιπόν
πατέρα....