Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. "ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ".

Ο Νοτιοδυτικός άνεμος 
κουβάλησε σκόνη απ' την Αφρική
Σκέπασε την πόλη
τρύπωσε στις ψυχές των ανθρώπων
και τους έφερε κλάμα
Η σκόνη τους έθαψε ζωντανούς
μέσα στα υγρά και σκοτεινά τους σπίτια
Ο ουρανός σκεπάστηκε
από μια θολή και σκούρα θλίψη
χωρίς βροχή
μόνο με δάκρυα
Έκλεισα τα παράθυρα ερμητικά
και κρύφτηκα
στο πιο σκοτεινό σημείο
της ψυχής μου
Δεν περιμένω τον ήλιο πιά
Μόνο τον θάνατο

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ.

Αδέσποτη αγάπη.
Δεν δέχεσαι χαλινάρι
Ελεύθερη γυρίζεις
εδώ και 'κεί,
όπου σε βγάζει η ζωή
κάθε φορά.
Ούτε ο θάνατος
σε σταματά.
Όσο αναπνέει, ζείς.
Όσο ζείς, ελπίζεις.
Όσο ελπίζεις, πονάς.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. "ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, ΤΟΝ ΣΚΛΗΡΟ ΑΠΡΙΛΗ ΤΟΥ 2015."

Το μπλέ της Ιθάκης,
η ηδονή, η ζέστη του καλοκαιριού,
ο αρμυρός ιδρώτας του οργασμού,
το παγωμένο νερό, στην επαφή
με το κορμί...
Το μαύρο της Σαντορίνης,
ο σκούρος όγκος του θανάτου
ένα να γίνεται με το άσπρο τ' ουρανού.
Κόλαση και Παράδεισος μαζί.
Η ψυχή να πετά στο ταβάνι,
να αιωρείται
έξω απο το κορμί της,
να κόβει την ανάσα στα δυό...
Το γαλάζιο της Αμοργού,
τελειωμένο καλοκαίρι,
στα μέσα του Ιουνίου...
Και ας χωρίσαμε ένα χρόνο μετά...
Μας τύλιξε το σύννεφο της πρωινής ομίχλης,
στο δρόμο για το καράβι
της επιστροφής.
Και ενα κομμάτι μου ξέμεινε
να λιάζεται για πάντα εκεί,
σε κάποια παραλία.
Ανοιχτό θαλασσί ανακατεμένο
με μπλε βαθύ,
το Λιβικό, απο την μεριά της Κρήτης,
Καυτές κάτασπρες κροκάλες,
που άφηναν το σημάδι τους
πάνω στο μουσκεμένο κορμί,
και το στέγνωναν αμέσως.
Τα καλοκαίρια της ηρεμίας
και της λύπης.

Έπειτα ήρθες εσύ...
Είχες τυρκουάζ και ακουαμαρίνες
από τις παραλίες των Κυκλάδων,
όλο το φάσμα του μπλε
απλωμένα χρώματα πάνω σε μιά παλέτα.
Σου δάνεισα και γώ,
λίγα χρώματα απο τα δικά μου.
Και έτσι φτιάξαμε μιά θάλασσα
και ταξιδεύουμε...

ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ,
ΤΟΝ ΣΚΛΗΡΟ ΑΠΡΙΛΗ ΤΟΥ 2015.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. "ΤΑ ΚΟΧΥΛΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ".

Τα Κοχύλια της ζωής μου...

Σ' ενα μικρό κουτάκι τα φυλάω,
τα κοχύλια της ζωής μου.
Καθένα από αυτά,
κρύβει και μιά ιστορία 
βαθειά μέσα του.
Ακουμπάς το αυτί σου προσεκτικά
πάνω του, 
και σου την ψιθυρίζει.
Σου λέει για την μαγική εκείνη στιγμή,
για την παραλία που το μάζεψα, 
για την θάλασσα που κολύμπησα
γυμνή,
για τον ήλιο, πού χάϊδεψε το κορμί μου 
μετά, όταν στην αμμουδιά 
αποκαμωμένη απο την πάλη 
με τα κύμματα ή με τον έρωτα,
ξάπλωσα να ξεκουραστώ...
Για τον ουρανό που του παραδόθηκα,
την μέρα, 
χαζεύοντας τα σύννεφα, 
και την νύχτα, 
όταν με νανούριζε με τ'αστερια του
και με μάγευε, 
πότε με τον Αλντεμπαράν,
και πότε με τον Σταυρό του Νότου.
Σ' ένα μικρό, τόσο δα κουτάκι...
είναι κλεισμένη με την αλμύρα της,
όλη μου η ζωή.
Και δεν διακρίνεται πιά, 
αν είναι το αλάτι αυτό 
στον πάτο του,
απο τα δάκρυα, ή την θάλασσα...

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ". ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ.

Ψιθυριστά να μου το πείς,
Να πλησιάσεις σιγανά,
πίσω απ' τ'αυτί,
εκεί 
που ξέρεις οτι ανατριχιάζω
όταν η ανάσα σου μ' ακουμπά.
Ψιθυριστά να μου το πείς,
Να μην τρομάξω.
Και έτσι πάλι,
να φύγεις.
Ακροπατώντας...
Να μην ακούσω βήματα σου,
σαν η ψυχή σου δίπλα μου
να μένει πάντα.
Κι' ας έχεις φύγει....

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ".

Αδερφέ μου,
Θέλω να σε πάρω να μιλήσουμε, 
θέλω ν' ακούσω την φωνή σου,
να σε ρωτήσω και να με συμβουλέψεις...
Μα, είσαι πεθαμένος, 
πάνε δυο χρόνια και ...
κι΄όμως, σαν χτες είναι,
πού τα λέγαμε... πού με άκουγες,
να σου λέω τα παράπονά μου, τις πίκρες μου,
τις αγωνίες μου...
Μάνα, πως πέρασαν πέντε χρόνια κιόλας,
απο την τελευταία φορά πού,
χώθηκα στην αγκαλιά σου
και έκλαψα...
και μου χαϊδευες το κεφάλι,
και, "σώπα κορίτσι μου, σώπα" έλεγες
και όλα πέρναγαν... όλα.
Πατέρα, δεκατρία μετράω πιά,
στην πλάτη μου,
τα χρόνια που μου λείπεις...
Σαν τον Σίσυφο τα κουβαλάω,
πάνω κάτω, πάνω , κάτω...
και τίποτα δεν αλλάζει.
Όσα μού' μαθες, μπούσουλας
στη ζωή μου...
Δεν με γλυτώνουν απο τα λάθη και τις κακοτοπιές,
αλλά, είναι εκεί, πάντα,
να δηλώνουν την παρουσία σου...
όταν τα έλεγες,
και την απουσία σου τώρα που τα σκέφτομαι....
ένα ένα...
Πώς, μεγαλώνουμε με κάθε θάνατο,δικό μας...
Μεγαλώνουμε με τον πρώτο,
και αρχίζουμε σιγά σιγά,
να γερνάμε απο τον δεύτερο και μετά....
Κι΄όταν μείνουμε μόνοι πια,
έχουμε γεράσει τόσο, που,
έρχεται και η δική μας η στιγμή...
αφήνοντας κάποιον άλλον
να μεγαλώνει στη θέση μας,
ή και κανέναν...