Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

Πριγκίπησα για παραμύθι που δεν υπάρχει...

Κατέβηκα την Κηφισσίας σφαίρα.
Έπρεπε να σου "μιλήσω". Είχαμε πολύ καιρό να "τα πούμε" οι δυό μας.
Έβαλα το τριαντάφυλλο στο βάζο, κάθησα στο μάρμαρο, τυλίχτικα στο παλτό μου γιατι έκανε κρύο σήμερα και κοίταζα το όνομά σου χαραγμένο πάνω στην πλάκα.
-"Λέγε"! σου είπα.
'Πές μου ", τι να κάνω.
Μίλα γαμώτο ... Γιατί δεν μου μιλάς;
Μόνο να μου λες "κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου " ήξερες , και να μου τραγουδάς και να με νανουρίζεις...... και με φίλαγες, και με κανάκευες...
Τώρα που πρέπει να παλέψω με τα θηρία και να βρώ το δίκιο μου τι θα τους πώ;
" Σας έκανα καλά παιδιά", μου είπες λίγο πριν ξεψυχήσεις.
Και 'γώ, σε κραταγα αγκαλιά και σε φιλούσα στο μέτωπο και σε ησύχαζα εκεί που πάλευες με τον Χάρο.
Και δεν φοβόμουν, γιατί ακόμα σε είχα δίπλα μου, και με στήριζες.
Μου φύσηξες στις τρείς τελευταίες ανάσες σου, όλη την δύναμη της ψυχής σου, και μ' άφησες.
"Στην Βενετιά τα ρούχα σου, και τα διαμαντικά σου"...
Και η ζωή, θηρίο άγριο, να με περιμένει στην γωνία... Και τα βράδια, δεν με νανουρίζει κανένας πιά...
-"Πές μου! " σου'λεγα καθισμένη στο μάρμαρο.
-"Πές μου!"
Είχα ξυλιάσει από το κρύο, είχε παγώσει ο κώλος μου, περνούσε ο κόσμος και με έβλεπε περίεργα, και 'γώ με πείσμα παιδιάστικο, αυτό το πείσμα που τόσα χρόνια δεν στο φανέρωνα, για να δείχνω "καλό κορίτσι"στεκόμουν εκεί, και περίμενα να μου απαντήσεις.
Έφυγα κάποια στιγμή.
Περπάτησα αργά μεχρι το αυτοκίνητο, μπήκα μέσα και άναψα την μηχανή για να ζεσταθώ. Πάτησα το κουμπί του ραδιοφώνου, και ...
Σ' άκουσα να μου ψυθιρίζεις σιγά, μαλακά, με τον τρόπο σου , αυτό που περίμενα να μάθω.
" Αλλο κλάμα, δεν θα ρίξω, φτάνει αυτό τ'αποψινό"...
"μόνη μου θα διασχίσω πάλι τον ωκεανό"...
Μου γέμιζες τα πνευμόνια μου με το τραγούδι, μου φούσκωνες την ψυχή μου, μου'δειχνες αυτό που έπρεπε να κάνω, αυτό που τελικά μού το είχες μάθει, απο μικρό παιδί, και που άδικα τόση ώρα σε κατηγορούσα πρίν!
Εσύ μου το έχεις μάθει, να φουσκώνει η ψυχή μου απο το τραγούδι, να γεμίζω ολόκληρη, απο την ζεϊμπεκιά, και να παίρνω δύναμη, σηκώνοντας τα χέρια μου ψηλά, προς τον ουρανό.
Μπορεί τελικά το παραμύθι να μην υπάρχει, αλλά πού ξέρεις; ίσως, και να βγεί αληθινό.
Ομως, πατέρα μου, εγώ θα στο χρωστάω και σ' ευχαριστώ, που με μεγάλωσες "πριγκήπισα"...
Δημοσίευση σχολίου