Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ"...

Χτύπησε το ρολόϊ τρείς, πέρασε και το σκουπιδιάρικο, κάνοντας τις γάτες να τρέχουν αλαφιασμένες δεξιά και αριστερά από την τρομάρα τους.
Ο αέρας μόλις που κινούσε λίγο τις κουρτίνες, η ζέστη του δωματίου αφόρητη, η νύχτα πηχτή και βαριά.
Στο απέναντι παράθυρο, ενα περιστέρι γουργούριζε ενοχλητικά.
Πού και πού, κανένα αυτοκίνητο έσπαζε την μονοτονία της νύχτας με τον θόρυβο της μηχανής του, και έκανε την αϋπνία που την βασάνιζε, ακόμα χειρότερη.
Και αυτός ο πονοκέφαλος που τρυπούσε το μάτι της και έφτανε μέχρι το μυαλό της, κόντευε να την τρελλάνει.
Δεν μπορούσε να γράψει, δεν μπορούσε να φάει, δεν μπορούσε να κοιμηθεί...δεν μπορούσε να ησυχάσει!
Εψαχνε μέσα της να βρεί πού είχε κάνει το λάθος.
Πότε;
Ποιά στιγμή, στράβωσε το πράγμα;
Πού χάθηκε η ευθεία, πώς ξέφυγε η κατάσταση.
Γύριζε πίσω τον καιρό, και προσπαθούσε να θυμηθεί μιά μιά τις στιγμές, μήπως και καταλάβει. Μάταια!
Ολα της φαίνονταν να έχουν γίνει όπως έπρεπε.
Καμμιά λεπτομέρεια δεν της είχε ξεφύγει, τα πάντα είχαν υπολογιστεί μέχρι το τέλος, είχε εξετάσει κάθε πιθανότητα και είχε προβλέψει κάθε απρόβλεπτο.
Κι' όμως!
Ολα είχαν πάει λάθος τελικά...
Και τώρα, κρατούσε στα χέρια της τα κομμάτια μιας ζωής που αλλοιώς την είχε φανταστεί, και αλλοιώς της είχε βγεί.
Σαν να έψηνε στο φούρνο γλυκό και να είχε τελικά βρεθεί, με ενα ταψί μουσακά...

"Μουσακά λοιπόν, θα φάμε σήμερα", είπε στον άντρα της, που μόλις είχε γυρίσει σπίτι και την ρώταγε τι φαί είχε σήμερα...
Εκοψε δυό κομμάτια και τα σερβίρισε στα πιάτα.
Πήρε και το μπουκάλι με το κρασί, έκοψε δυό φέτες ψωμί, και κάθησε και αυτή μαζί του στο τραπέζι.
"Μου φέρνεις το αλάτι;" της ζήτησε εκείνος μπουκωμένος.
"Αλάτι, ξέχασες να βάλεις"...
Και 'κείνη σαν να την τίναξε το ρεύμα, πετάχτηκε, κατάλαβε...
Μα βέβαια!
Το αλάτι!
Αυτό ήταν!
Αυτό έλειπε απο τη ζωή της!
Συνέχισε να τρώει, μέχρι που άδειασε το πιάτο της.
Μετά, σηκώθηκε, μάζεψε τα πιάτα, τα έβαλε στο πλυντήριο και παίρνοντας την τσάντα της, κατευθύνθηκε προς το σαλόνι που ο αντρας της διάβαζε την εφημερίδα του.
"Πετάγομαι για τσιγάρα στο περίπτερο", του είπε.
Εκλεισε την πόρτα πίσω της, και δεν ξαναγύρισε σπίτι τους ποτέ...
Δημοσίευση σχολίου