Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

ΣΑΝ ΠΡΩΤΑΡΗΣ...

Αβολα ένοιωθε, το καταλάβαινε....
Δεν ήταν η ζέστη που τον έκανε να ιδρώνει, αντίθετα, φύσαγε και ενα ελαφρύ βοριαδάκι, μάλλον δροσιά, μπορεί να πεί κανείς οτι είχε...
Ηταν, που είχε μείνει μόνος του στο μαγαζί, και αν ερχόταν κάποιος, δεν ήξερε τι να κάνει...
Αστείο του φαινόταν...
Αυτός, που είχε περάσει περισσότερη από τη μισή του ζωή στα μπάρ, και είχε πιεί πάνω από το μισό Αιγαίο σε αλκοολ, τώρα, που έπρεπε να μείνει για μιά ώρα πίσω από την μπάρα, αντικαθιστώντας τον φίλο του που είχε μια ξαφνική δουλειά, ένοιωθε τρακ...
Μόνος του ήταν προς το παρόν, προς μεγάλη του ανακούφιση...
Μόνο ο γάτος του μαγαζιού, ξαπλωμένος λίγο πιό πέρα, πάνω σε ενα καναπεδάκι τεντωνόταν και γλειφόταν κάθε τόσο.
Μετά, άλλαζε πάλι στάση βαριεμάρας, και ξανάπεφτε στον ύπνο...
Μα, τώρα ακουγε γέλια και φωνές, να ανηφορίζουν προς το μπαρ, κοριτσίστικα γέλια, και οσο πιο πολύ πλησίαζαν, τόσο εκείνος ένοιωθε τις παλάμες του να ιδρώνουν...
Και ο φίλος του, αφαντος... Είχε περάσει πάνω από μιά ώρα, από τότε που έφυγε...
Που στο διάολο ήταν; Γαμώτο!!!
Τι θα έκανε τώρα;
Η παρέα μπήκε φουριόζα στο μπαρ, ούτε που πρόσεξαν οτι δεν υπήρχε κανένας άλλος.
Κατευθήνθηκαν στην ακρη της ταράτσας, εκεί, που πιά, μπροστά σου εβλεπες όλο το Αιγαίο να πέφτει και να προσκυνάει στα πόδια σου, τοποθέτησαν τις καρέκλες να βλέπουν την θάλασσα και τον γκρεμό, και συνέχισαν την κουβέντα και τα αστεία τους...
Είχαν σίγουρα ξανάρθει, η άνεση με την οποία κινούνταν στον χώρο το εδειχνε αυτό...
Ο γάτος, ξύπνησε από τον λήθαργό του, σήκωσε το κεφάλι του να δεί τι συμβαίνει και με ενα σάλτο, βρέθηκε δίπλα στους πελάτες, δίπλα της, και με μιας, πάνω στην αγκαλιά της....
Μια γλυκειά ξαφνιασμένη κραυγή, ενα καλωσόρισμα ξέφυγε από τα χείλη της...
-Καλωστονε.... που ήσουνα εσύ; κοιμόσουνα;...
Η φωνή της ήταν ζεστή και βαθειά...
Είχε μια περίεργη βραχνάδα, και μια προφορά, σαν ξένη...
Είχε αφήσει την υπόλοιπη παρέα στην κουβέντα της, και είχε αφοσιωθεί, στα χάδια με τον γάτο...
Ηξερε από γατιά, ήταν σίγουρο αυτό. Με μια της μόνο κίνηση, τον είχε γυρίσει ανάποδα και του χαϊδευε την κοιλιά, και τον λαιμό,και αυτός γουργούριζε και είχε παραδοθεί στα χάδια της, ανευ όρων...
Ετσι έκανε λες, και με τους άντρες;
Τους κοίταζε από τη μπαρα σαν υπνωτισμένος...
Ισως και να ζήλευε τον γάτο... εκείνη τη στιγμή...πάντως, σίγουρα, το μόνο που δεν έκανε, ήταν αυτό που έπρεπε...
Να ρωτήσει δηλαδή τι ήθελαν να πιούν...
Εκείνη, έστρεψε απότομα το κεφάλι της προς το μπάρ, λές και ένοιωσε το βλέμμα του καρφωμένο επάνω της...
Τον κοίταξε για λίγο, διαπεραστικά,στενεύοντας τα μεγάλα μάτια της σε δυό σχισμές...
Υστερα, με μιάς, βρέθηκε μπροστά στον πάγκο, και χαμογελώντας του τον ρώτησε αν ήταν καινούργιος εκεί...
Ο γάτος, εξακολουθούσε να τρίβεται στα πόδια της, δεν έλεγε να ξεκολλήσει από δίπλα της, και Εκείνος, για πρώτη φορά, τον καταλάβαινε και τον δικαιολογούσε απόλυτα...
-Καινούργιος είσαι... του είπε...
-Ο Ακης δεν είναι εδώ;
-Θάρθει οπου νά 'ναι... ψέλλισε αυτός...
-ΟΚ. Κάνε στην πάντα, θα σε βοηθήσω εγώ του είπε και βρέθηκε με ενα σάλτο δίπλα του...
Σερβίρισε τα ποτά της παρέας της, όσο εκείνος, την κοιτούσε σαν χαμένος, και μετά, έβγαλε από την κατάψυξη την βότκα και δυο παγωμένα σφηνάκια...
Τα γέμισε μέχρι επάνω, του έτεινε το ένα ενώ πήρε το άλλο αυτή.
-Ασπρο Πάτο... του χαμογέλασε και κατάπιε το δυνατό ποτό με μιά γουλιά...
-Αντε χαλάρωσε...
Πήρε τα ποτά των υπόλοιπων και κατευθύνθηκε στο τραπέζι της...
Και Εκείνος,
είχε μείνει εκεί, να την κοιτά, με το σφηνάκι να ιδρώνει, τα χέρια του να τρέμουν, την καρδιά του να χτυπάει σαν κομπρεσέρ, και τον γάτο να τον κοιτάει περίεργα...
Δημοσίευση σχολίου