Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡ. Η ΑΓΚΙΔΑ...


Χάιδευε το παχύ λείο ξύλο της μπάρας και έψαχνε με την αφή και με τα μάτια κλειστά να νιώσει κάποια σκληράδα, κάποια σκλήθρα.
Κάτι που να την κάνει να αισθανθεί, να νιώσει ζωντανή, και ας ήταν και από τον πόνο.
Μάταια!
Το καλογυαλισμένο ξύλο, πολυκαιρισμένο και λείο, μόνο μια γλυκιά ανατριχίλα της άφηνε στην αφή...
Άνοιγε τα μάτια της κάθε τόσο και έπιανε το ποτήρι της. Το έφερνε αργά, τελετουργικά σχεδόν στα χείλη της, έπειτα μισάνοιγε το στόμα της, και επέτρεπε στο δυνατό ποτό να περάσει μέσα, να εισβάλλει στον ουρανίσκο της, να κάψει το λαρύγγι της, τον οισοφάγο, να το νιώσει να φτάνει καυτό, σε όλη του τη διαδρομή μέχρι το στομάχι.
Ύστερα ξανάκλεινε τα μάτια της, και περίμενε...
Μετρούσε από μέσα της, προβατάκια... ένα, δύο, τρία, τέσσερα... άρχιζε το κεφάλι να γυρίζει, βούιζαν γλυκά τ’ αυτιά, η δυνατή μουσική του μπαρ, καταλάμβανε κάθε ελεύθερη γωνιά του ζαλισμένου εγκεφάλου της.
Πού και πού, άναβε ένα σιγκαρίλος. Τραβούσε μια-δυο δυνατές τζούρες και μετά το άφηνε να σιγοκαίει μέχρι να σβήσει... Άφηνε το πουράκι στο τασάκι, και έπιανε το σφηνάκι της.
Στην επάνω μεριά της μπάρας, το ρολόι του μπαρ, δούλευε ασταμάτητα...
Λεπτό το λεπτό, πέρναγε από την μια ώρα στην άλλη, από τη νύχτα στο ξημέρωμα, μέχρι να ακουστεί το καμπανάκι για το τελευταίο ποτό, και να αρχίσει ο μπάρμαν να συμμαζεύει σιγά σιγά...
Μισοζαλισμένη και νυσταγμένη, έβαλε το χέρι της στην κάτω μεριά της μπάρας, εκεί που ήταν ο γάντζος για την τσάντα της. Έψαχνε το πορτοφόλι της για να πληρώσει.
Και έτσι, όπως έπιασε την τσάντα της από το λουρί, και έκανε να την ξαγκιστρώσει, μια αγκίδα που είχε προφανώς ξεφύγει από τον ξυλουργό που πέρασε τους γάντζους, χώθηκε με δύναμη στο δάχτυλο της και την έκανε να φωνάξει από τον πόνο.
Αουτς! Τράβηξε το χέρι της απότομα και κράτησε πιέζοντας το μεσαίο της δάχτυλο που εν τω μεταξύ είχε ματώσει.
Πήγε να το φέρει στα χείλη της για να ρούφηξε το αίμα και ένιωσε την αγκίθα ακόμα εκεί. Μα, ήταν σκοτάδι και δεν έβλεπε να την τραβήξει για να τη βγάλει.
Κάτι το ποτό, κάτι ο πόνος, κάτι η αδυναμία της να δει καθαρά, τα μάτια της βούρκωσαν.
Ένιωσε το χέρι το μπάρμαν να της πιάνει το δάχτυλο, ένα μικρό τσίμπημα ανακούφισης την ώρα που η αγκίθα έφευγε, τα χείλη του που της πιπιλούσαν το δάχτυλο που είχε ματώσει. Μέσα από τα θολά βουρκωμένα της μάτια, τον είδε να πίνει μια γουλιά από το σφηνάκι της και να αφήνει με το στόμα του το δυνατό ποτό πάνω στο δάχτυλο της. Ένιωσε το τσούξιμο από το οινόπνευμα, την ανάστροφη της παλάμης του που της σκούπισαν τα δάκρυα που είχαν κυλήσει στα μαγουλά της.
Τον άκουσε να της λέει πως το τελευταίο ποτό ήταν κερασμένο... Πλήρωσε το λογαριασμό της και σηκώθηκε να φύγει. Τον κοίταξε στα μάτια και τον ευχαρίστησε δείχνοντας το δάχτυλο της ...
Βγήκε έξω, στον καθαρό αέρα που είχε ήδη αρχίσει να ψυχραίνει, σαν να φώναζε πως το φθινόπωρο ήταν ήδη στην επόμενη γωνία...
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξέσπασε σε αναφιλητά...
Ήταν ζωντανή! Ήταν ζωντανή...




Δημοσίευση σχολίου