Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΡΗΜΑΤΑ".

Αγαπάω
Αντιστέκομαι
Αντέχω
Πονάω
Υπομένω
Περιμένω
Χαραμίζομαι
Μαγαρίζομαι
Απελπίζομαι
Κουράζομαι
Παραδίνομαι
Χάνομαι
Πετάω
Έφυγα...

 "Κατ' εικόνα και καθομοίωσιν"

Ήτανε τότε, που ακόμα με πονούσαν οι κουβέντες σου.
Που ένιωθα ένα σφίξιμο όταν έβλεπα τις φωτογραφίες σου,
που πίστευα ακόμα ότι θα με στήριζαν οι φίλοι μου, που νόμιζα
πως, είχα φίλους!
Τότε που δεν τους είχα ακόμα δει με τον θυμό στο πρόσωπο,
να με χτυπάνε με τα λόγια τους, σαν σφαίρες, για να με σκοτώσουν, να με ισοπεδώσουν.
Όχι όλοι, το ομολογώ, αλλά ακόμα χειρότερα, αυτοί πού, ποτέ δεν πίστευα ότι μπορεί να το κάνουν...
Ήτανε τότε, που ακόμα πίστευα πως μπορεί, και να γινόταν το "θαύμα". Γιατί, ακόμα τότε, δεν είχα συνειδητοποιήσει πως, αφού εγώ, δεν πίστευα σε κανένα Θεό πια, τι θαύμα θα μπορούσα να περιμένω; και από ποιόν;
Έφευγα από το ένα σπίτι, για κάποιο άλλο. Τότε ήτανε.
Πίστευα ότι μπορούσα να αφήσω πίσω μου στο παλιό σπίτι, ό,τι τόσα χρόνια με είχε τσακίσει στη ζωή.
Δεν ήξερα η ανόητη πως, ό,τι μας τσακίζει μπαίνει στο πετσί μας, γίνεται τατουάζ ανεξίτηλο, χαράζεται λίγο λίγο στις ρυτίδες του προσώπου μας, γίνεται ουλή που πονάει σε κάθε γύρισμα του καιρού. Και το κουβαλάμε πάντα μαζί μας.
Ποιοι καναπέδες, ποια τραπέζια, ποιοι πίνακες, νόμιζα πως είχαν κρατήσει την δυστυχία της ζωής μου;
Άψυχα πράγματα που ποτέ δεν τα άγγιξε το κλάμα μου. Μπορεί να έμειναν κάποιοι λεκέδες πάνω τους, από τα δάκρυα, αλλά αυτό ήταν μόνο.
Όλα τα άλλα τα κουβαλούσα μέσα μου. Όπου και αν πήγαινα.
Τζάμπα πλήρωνα τα μεταφορικά...
Τόσα όνειρα, τόσος πόνος, τόση απογοήτευση, για μιαν ελπίδα χαράς και ευτυχίας!
Πόσα ψέμματα!
Πόσο ανόητος μπορεί να είναι ο άνθρωπος κάποιες φορές...
Πόσο τυφλός μπροστά στην αλήθεια που τον πονά και φοβάται να την αντιμετωπίσει.
Έφυγες και σύ, και εσύ και εσύ και οι άλλοι! Όλοι σας φύγατε τελικά. Εγώ σας έδιωξα!
Και στο τέλος, έφυγα και γώ...
Άφησα τα κοτσύφια μου, τις τριανταφυλλιές, το νυχτολούλουδο και την γλυσίνια, τα γιασεμιά και τους πανσέδες μου.
Τα άφησα όλα πίσω.
Πήρα τη λύπη μου μόνη αποσκευή, και έφυγα.
Έκλεισα την πόρτα πίσω μου, και ευχήθηκα νά'ναι τυχερό το σπίτι, για τον καινούργιο ιδιοκτήτη...
Ένα κλαδάκι αγιόκλημα έκοψα βγαίνοντας μόνο και κράτησα τη μυρωδιά του στα ρουθούνια μου, όσο πιο πολύ μπορούσα .
Εκεί που πήγαινα, δεν ήξερα τις καινούργιες μυρωδιές που θα συναντούσα.
Μα, τι σημασία είχε;
Αφού, και τις μυρωδιές, όπως και τους έρωτες και τις ελπίδες, μόνοι μας τα φτιάχνουμε να μας αρέσουν ή όχι.
Τώρα το ήξερα πια. Το είχα μάθει.
Όλα "στο χέρι του θεού" είναι...
Και το χέρι του θεού, τι τραγικά αστείο, είναι "Κατ᾽ εἰκόναν και καθ᾽ ὁμοίωσιν", το ίδιο με το δικό μας...

Δημοσίευση σχολίου