Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Τώρα θάθελα να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω..
Να σου πώ πως σ' αγαπάω, όλες εκείνες τις φορές που κρατήθηκα και το κατάπια...
Να έχω βάλει το χέρι μου μέσα στα μαλλιά σου, και να σου έχω χαϊδέψει το κεφάλι, όλες εκείνες τις στιγμές, που αμήχανη, καθόμουν στην καρέκλα του γραφείου σου, και σε κοιτούσα μόνο.
Τώρα θα ήθελα να είχα πάει πίσω απο την δική σου καρέκλα, να είχα βάλει τα χέρια μου στους ώμους σου και να είχα τρίψει τον όμορφο λαιμό σου που πάντα ήταν πιασμένος και πονούσε...
Τώρα, που εσύ είσαι ακίνητος και ξαπλωμένος πάνω στο σκληρό κρεβάτι της εντατικής, χωρίς επαφή με το περιβάλλον, τώρα εγώ καταφέρνω χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς ντροπή, να σου φωνάξω, "ξύπνα αγάπη μου", "άνοιξε τα μάτια σου"."μίλησέ μου, κοίταξέ με", γύρνα πίσω...
Τώρα, που,  οι γιατροί δεν δίνουν πιά, παρά ελάχιστες ελπίδες για να επανέλθει ο εγκέφαλός σου,
τώρα, "εκ του ασφαλούς", τολμώ να μετανοιώνω...
Τι να το κάνω το τώρα όμως?
Άχρηστο μένει και πετιέται στα σκουπίδια μαζί με κάθε ρόμπα και μάσκα της εντατικής, μετά την επίσκεψη...
Τώρα που δεν δίνω δεκάρα τι λένε οι νοσοκόμες, τώρα που δεν με νοιάζει η αντίδραση της αδερφής σου, της κόρης, της γυναίκας σου, του κάθε μαλάκα, που δεν καταλαβαίνει, που δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει, τι σημαίνει να αγαπιούνται δυό άνθρωποι με τα μάτια μόνο...
Σφράγισα την ψυχή και το σώμα μου, επτά χρόνια πρίν,μετά το τελευταίο αγγιγμά σου...
Λές και μπορούσα να κρατήσω απόσταγμα τις δυό μοναδικές φορές που με κράτησες αγκαλιά γυμνή, που χάϊδεψα το όμορφο στέρνο σου, την γραμμή της μύτης και των χειλιών σου.
'Ετσι ξαφνικά, μετά απο δυο- τρείς, αδιάφορες συνευρέσεις , με ανόητους και σχεδόν βρώμικους ανθρώπους, γύρισα σπίτι μου και πλύθηκα, να βγάλω από πάνω μου την βρώμα και την αηδία της στιγμής, και πήρα την αγάπη μου για σένα αγκαλιά, συντροφιά μου από τότε στο κρεβάτι τις νύχτες, στο πρωϊνό ξημέρωμα, χάδι μετά τον εφιάλτη, και το παράπονο της μέρας...
Η φωνή σου στο τηλέφωνο, το κουδούνισμα με τις καμπάνες ... που δεν θα ξαναχτυπήσει πια...
Περπατάω στους μεγάλους δρόμους της Νέας Υόρκης, θυμάμαι τότε που ήθελες να έρθεις και δεν σε άφησα, περπατάω και σκέφτομαι πως δεν θα σου δείξω ποτέ όλα αυτά που μ'αρέσουν εδώ, δεν θα τα δείς ποτέ σου, δεν θα τα δούμε ποτέ μαζί....
Θα συνεχίσω να τα βλέπω πάντα, παρέα με την απουσία σου... Αυτή την απουσία που τελικά έχει οντότητα, είναι η παρέα μου, με συντροφεύει παντού...
Η αγαπημένη μου απουσία σου...
Αυτό το τόσο δυνατό , "δεν σε έχω", δεν είσαι δικός μου", που κατανίκησε τόσα χρόνια τώρα, το πρέπει να μείνω εκεί για τα παιδιά, για την οικογένεια, για τους γονείς, για την κοινωνία....
Συνειδητοποιώ σιγά σιγά πόσο πιο δυνατή είναι αυτή μας η σχέση, η απουσία σου και εγώ....
Τόσο δυνατή, που ούτε ο θάνατος μπορεί να την χωρίσει..
Ετσι συμφιλιώνομαι με την ιδέα του θανάτου σου που πλησιάζει, αργά και σταθερά...
Έτσι αντέχω, το οτι τα μάτια σου δεν θα δούνε ποτέ τα κόκκινα μαλλιά μου... πως, το παραμύθι σου, θα συνεχίσει να κινείται, γιατί, μπορεί να κάνει και αλλοιώς;
Θα συνεχίσει να κινείται κρατώντας πάντα απ'το χέρι την απουσία σου...
Κι' αν στερηθώ την φυσική σου παρουσία; τι σημασία έχει;
Εγώ, με την απουσία σου ζούσα μαζί σου...
και με αυτή θα συνεχίσω....


Δημοσίευση σχολίου