Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Η ΤΑΡΑΤΣΑ"...

Σήκωσε το στρώμα από το κρεβάτι, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και το έσυρε έξω, στο στενό μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας.
Ισα-ίσα που χώραγε το στρώμα, στο μπαλκόνι, αλλά ήδη, ήταν πιό δροσερά από μέσα.
Εστρωσε το κατωσέντονο και πήρε το μαξιλάρι της. Η ζέστη ήταν τόση που ούτε διανοήθηκε να πάρει και το πανωσέντονο μαζί της.
Ξάπλωσε στο στρώμα, και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Ενα αστέρι έσβηνε εκείνη την ώρα, μα δεν πρόλαβε να κάνει ευχή.
Ομως, σβήνοντας, έφερε λίγη δροσιά στο ιδρωμένο της κορμί, και την έκανε να αναστενάξει...
Από το κάτω μπαλκόνι ανέβαινε στα ρουθούνια της η μυρωδιά του γιασεμιού που είχε η γλάστρα του γείτονα.
Στο ρετιρέ τής απέναντι πολυκατοικίας, δυό κοπελλίτσες κρυφογελώντας, προσπαθούσαν και αυτές να τραβήξουν τα στρώματά τους έξω στη βεράντα, χωρίς να κάνουν φασαρία, μην ξυπνήσουν τους γονείς τους.
Τα διάφανα νυχτικά τους, με τα φιογκάκια και τις δαντελίτσες στους ώμους, τις έκαναν να φαίνονται σαν νεραϊδες έτσι όπως χοροπηδούσαν χαρούμενα μεσ'την ζεστή νύχτα.
Κάπου, λίγο πιό μακρυά, στον παρακάτω δρόμο, ενα ραδιόφωνο έφερνε βραδυνές μουσικές και τις ανακάτευε με τον θόρυβο απο τα αυτοκίνητα.
Δυό γάτοι, στην άκρη του δρόμου έλυναν τις διαφορές τους με δυνατά νιουρίσματα, ενώ ενας τρίτος έψαχνε φασαριόζικα στα σκουπίδια για κανα μεζέ...
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να πάρει ενα ποτήρι κρύο νερό, και αφού πρώτα ξεδίψασε, μετά, με την ανάστροφη της παλάμης της, πήρε την δροσιά του ποτηριού και την πέρασε πίσω απ' τον λαιμό της.
Αφησε το φώς του χώλ ανοιχτό για να φωτίζει λίγο το σπίτι, και βγήκε στο μπαλκόνι. Ξαπλωσε στο στρώμα της και έκλεισε τα μάτια της.
Ολη η πόλη έμοιαζε σήμερα να βρίσκεται στις ταράτσες των σπιτιών.
Απο τις γλάστρες στα μπαλκόνια, τα γιασεμιά και οι γαρδένιες, μαζί με τους βασιλικούς, ανακατεύονταν με το καυσαέριο και την υγρή ζέστη, και σχεδόν σε μεθούσαν...
Στριφογύρισε ακόμα μερικές φορές στο στρώμα της.
Κάθε φορά που λίγο φυσούσε, ένοιωθε να την παίρνει ο ύπνος.
Μετά, η ζέστη γινόταν αφόρητη ξανά και μισοξυπνούσε πάλι.
Κόντευε να περάσει η νύχτα, από την μιά μεριά του ουρανού, είχε κιόλας αρχίσει να χαράζει...
Ενα κουνούπι βούϊζε στ'αυτιά της.
Σηκώθηκε ακόμα μιά φορά. Τώρα, ακούμπησε το σώμα της στα κάγκελα και αφέθηκε, να χαζεύει τον ουρανό που φώτιζε σιγά-σιγά, τ'αστέρια που χάνονταν, το φεγγάρι που είχε βρεθεί από την άλλη μεριά του μπαλκονιού της.
"Ολες οι πόλεις είναι ίδιες" σκέφτηκε, "οταν ξημερώνουν"...
"Κοιμούνται, κάνουν έρωτα, ζεσταίνονται, ιδρώνουν, αναστενάζουν, ονειρεύονται"...
Ολες ίδιες είναι...
Της φάνηκε πως άκουσε ενα κοκκόρι να λαλεί, ή, μπορεί και να ήταν ο ιμάμης από το τζαμί, ίσως και η καμπάνα από την εκκλησία της πλατείας.
Ο ήλιος της τρυπούσε τα μάτια, και το ξυπνητήρι δεν έλεγε να σταματήσει.
Πάτησε το κουμπί για να το κλείσει, κοίταξε την ώρα. 6.30.
Τα κοριτσόπουλα στο απέναντι μπαλκόνι κοιμόντουσαν του καλού καιρού.
Το ραδιόφωνο είχε σωπάσει πιά, το γιασεμί είχε ανακατευτεί με την μυρωδιά του καφέ που σε κάποια κουζίνα ήδη ψηνόταν, και αυτή έπρεπε να σηκωθεί για να πάει στη δουλειά της...
Δημοσίευση σχολίου