Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΟΙ ΚΟΛΑΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ"...

Απο το παράθυρο έμπαινε ο θόρυβος του δρόμου, ανακατεμένος με την σκόνη και την υγρή ζέστη της πρώτης βροχής του φθινοπώρου.
Το κρεβάτι ήταν ακόμα ζεστό, από τα σώματά τους, και υγρό από τον ιδρώτα τους.
Τα σεντόνια ήταν πεταμένα στο πάτωμα, μαζί με τα ρούχα και τα μαξιλάρια, σαν ενα κουβάρι μπερδεμένο από έρωτα, πόθο, και απόγνωση μαζί...
Εκείνος, στην αλλη μεριά του δωματίου, έψαχνε στην τσέπη του σακκακιού του για ενα τσιγάρο,και αυτή, έσβηνε το υπόλοιπο της κάψας που την έκαιγε πίνοντας νερό απο τη βρύση της κουζίνας.
Σαν ξεδίψασε, έβαλε κάτω από το νερό που έτρεχε το κεφάλι της, για να δροσιστεί, και έτσι, με τα μαλλιά της να στάζουν, έπεσε πάλι στο κρεβάτι, δίπλα του, ρουφώντας μια τζούρα απο το τσιγάρο του.
Πέρασε το χέρι της στα βρεγμένα της μαλλιά και με την ανάστροφη της υγρής παλάμης της, του χαϊδεψε το στέρνο.
Σταμάτησε στη μικρή λακουβίτσα που σχημάτιζαν τα πλευρά του, και άφησε τις σταγόνες του νερού από τα μαλλιά της, να φτιάξουν μια μικρή λιμνούλα...
Και έπειτα, με το στόμα της, τον φίλησε εκεί ακριβώς, σαν να έπινε νερό από την πηγή της Ζωής...
Σφίχτηκε πάνω του με απελπισία, και αυτός, την αγκάλιασε δυνατά, μα συγρατημένα.
Και 'κείνη τό 'νοιωσε, τό 'ξερε εξ'άλλου, το περίμενε...
Τραβήχτηκε μακρυά του, αγκάλιασε το μαξιλάρι που βρισκόταν δίπλα της στο πάτωμα,και δάγκωσε τα χείλη της βουβά, για να μην ουρλιάξει.
Πόσο ακόμα;
Πόσες φορές θα αντέξουν να βρίσκονται ετσι;
Κάθε φορά που χώριζαν έλεγε πως ήταν η τελευταία.
Και μετά, πολλές φορές ούτε οι ώρες μιας μέρας δεν κατάφερναν να περάσουν, μέχρι να ξαναβρεθούν πάλι.
Ετσι, χωρίς να λένε ούτε μιά κουβέντα, λες και τα λόγια ήταν άσκοπη φλυαρία, μπροστά στην δύναμη αυτού που ένοιωθαν ο ένας για τον άλλον.
Κι'ύστερα, πάλι όλα άρχιζαν απ'την αρχή...
Η αγωνία, ο πόνος της καρδιάς, ο πόνος μέσα στα σωθικά τους, η αναμονή, η λαχτάρα του ενός για τον άλλον, το ταίριασμά τους, το σπαρτάρημά τους, η απόλυτη παράδοσή τους.
Και, εκείνο το ολοστρόγγυλο μικρό δάκρυ που κύλαγε κάθε φορά, από τα μάτια και που μπερδευόταν πάντα με τον ιδρώτα του προσώπου τους...
Για να μπορούν να έχουν μια δικαιολογία για την επόμενη συνάντηση...
Δημοσίευση σχολίου