Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "Ο ΘΟΡΥΒΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ"...

"Τί περίμενες λοιπόν από την ζωή σου ανόητη;" έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της κλαίγοντας με λυγμούς.
Δεν την πείραζε που έκλαιγε, αντίθετα, ξαλάφρωνε όλο το βάρος που μάζευε μήνες τώρα μέσα της. Είχε περάσει πάνω από χρόνος και εκείνη άντεχε ακόμα, ισορροπούσε σε ένα τεντωμένο σκοινί.
Έτρωγε το ενα χαστούκι μετά το άλλο, κρατιόταν όμως, σηκωνόταν και πάλι, προχωρούσε.
Ζούσε τη ζωή της περνώντας την κάθε μέρα, για την μέρα.
Κάθε πρωί που ξημέρωνε, είχε καταφέρει να βγάλει ακόμα μια μέρα, και μια ακόμα ξεκίναγε.
Ένας αγώνας χωρίς τέρμα!
Γιατί δεν ήξερε πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο!
Από Χριστούγεννα σε Πάσχα, και πάλι στα Χριστούγεννα, και μετά έμπαινε η άνοιξη και ήρθε και το καλοκαίρι, και πέρασε και αυτό, μέσα στην αγωνία της επόμενης μέρας, και ήταν ήδη πάλι χειμώνας!
Έβλεπε τους άλλους στις τακτοποιημένες ζωές τους να περνάνε μπροστά της σαν κινηματογραφική ταινία.
Και 'κείνη νόμιζε ότι ήταν η πρωταγωνίστρια ενος θρίλερ που είχε βρεθεί σε λάθος σκηνικό...
Και έτσι το δικό της το θρίλερ δεν θα τελείωνε ποτέ γιατί, εκείνη ήταν στο λάθος έργο, αλλά κανένας δεν φαινόταν να το καταλάβαινε.
Όλοι την θαύμαζαν, όλοι την αγαπούσαν, όλοι την ήθελαν στην παρέα τους.
Όλοι τους, έβλεπαν μόνο την μία πλευρά του νομίσματος, μόνο το πρώτο πλάνο, μόνο το μισό σκηνικό.
Κανένας ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως πίσω, στα παρασκήνια, εκείνη έτρωγε μόνη της το φαγητό της στη κουζίνα, μέσα από το τάπερ, γιατί δεν είχε το κουράγιο ούτε ενα πιάτο να βάλει στο στο τραπέζι.
Κανένας ποτέ δεν την είδε να κλείνει ένα-ένα τα φώτα του σπιτιού αργά το βράδυ, και να ανεβαίνει μόνη της στο δωμάτιό της.
Αυτά τα ίδια φώτα που είχε ανάψει μερικές ώρες πρίν, στο έρημο σαλόνι, στην άδεια κουζίνα, στον κρύο κήπο που δεν βρισκόταν κανείς.
Άψογη ζωή, τέλεια οικοδέσποινα, ικανή και δυνατή γυναίκα, που μπορούσε να αντέξει και να ξεπεράσει τα πάντα, ο,τι και αν ήταν αυτό.
Κάποτε πιο παλιά, όταν ξυπνούσε και κατέβαινε να φτιάξει καφέ έβαζε και το ραδιόφωνο.
Να παίζει, όλη τη μέρα, για να ακούγεται κάποια φωνή.
Τώρα πιά, δεν ήθελε να ακούει τίποτα.
Ακόμα και ο θόρυβος της σιωπής την ενοχλούσε!
Αυτός ιδίως! Αυτόν δεν τον άντεχε...
Έμενε τα βράδια ξάγρυπνη, σχεδόν ξημέρωνε για να καταφέρει να κοιμηθεί...
Πέρναγε το σκουπιδιάρικο στις τρείς τη νύχτα, άρχιζαν να κελαϊδάνε τα κοτσύφια στις τεσσεράμισι,
χάραζε σιγά σιγά η επόμενη μέρα και τότε κοιμόταν, βαθειά, σαν ναρκωμένη, με τα μάτια της μισάνοιχτα και την πλήρη επίγνωση του δωματίου και της ζωής της...
Δημοσίευση σχολίου