Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΟ ΛΟΥΚΕΤΟ"...

"Σκόρπιες σκέψεις μου πάνω στο χαρτί, βρίσκονται εδώ μέσα. Αν θές, διαβασέ τες"...
έγραφε στο σημείωμα που είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο πιάτο με το κρύο πλέον φαγητό.
Είχαν καυγαδίσει νωρίτερα, και εκείνη είχε βροντήξει την πόρτα και είχε φύγει από το σπίτι φανερά θυμωμένη.
Εκείνος, είχε μείνει για αρκετή ώρα στον καναπέ, με τα χέρια σταυρωμένα και τα χείλη σφιγμένα, το κεφάλι σκυμμένο και τις σκέψεις του να τον προβληματίζουν.
Στο μυαλό του γύριζαν ξανά και ξανά οι κουβέντες που του είχε πεί αυτή, οι αλήθειες που έβγαιναν μέσα από αυτές τις κουβέντες,αλλά και η σκληρότητα με την οποία τις είχε ξεστομίσει και που τον είχε κάνει να δακρύσει σε κάποια στιγμή,σαν να είχε φάει ενα δυνατό χαστούκι.
Είχε δίκιο, δεν μπορούσε να της το αρνηθεί, όμως, όλα όσα είχε πεί, του τα είχε πετάξει κατάμουτρα με τέτοιο τρόπο, που δύσκολα μπορούσες να δεις από μέσα μόνο αγάπη και καλή πρόθεση.Ηταν πολύ σκληρή, αλλά εκείνη έλεγε πάντα αυτό που σκεφτόταν χωρίς περιστροφές.
Δίκιο, άδικο, ποιός αλήθεια μπορούσε να κρίνει τι είναι τελικά ποιό;
Το κεφάλι του πονούσε και η απουσία της τον έκανε να θέλει να βάλει τις φωνές, να βάλει τα κλάμματα, να κουλουριαστεί στο κρεβάτι του και να κρυφτεί, κάτω από τα σεντόνια.
Τίποτα απο αυτά δεν ωφελούσε όμως!
Εκείνη ήταν απούσα, είχε φύγει, δεν ήταν εκεί, και αυτός, τώρα την είχε ανάγκη, τώρα ήθελε να τον πάρει αγκαλιά και να τον καταλάβει, τώρα χρειαζόταν να του κρατήσει το χέρι και να τον στηρίξει...

Εκείνη περπατούσε στους δρόμους χωρίς σκοπό, για αρκετή ώρα.
Ηθελε σαν τρελλή να γυρίσει σπίτι κοντά του, αλλα μέσα της ήξερε οτι ήταν ανώφελο.
Τίποτα ποτέ δεν θα άλλαζε, εκείνος δεν θα'παιρνε ποτέ τις αποφάσεις που αυτή του ζητούσε.
Μπορεί και να μην ήθελε τελικά, να το είχε μόνη της φτιάξει όλο αυτό , στο μυαλό της...
Να μην είχε σκοπό ποτέ να το φτάσει μέχρι εδώ...
Αναρωτιόταν αν, ζούσαν μαζί ενα χρόνο τώρα ολη αυτή την ιστορία, ή αν τελικά την είχε ζήσει μόνη της.
"Δεν μπορεί γαμώτο! Δεν μπορεί να τα φαντάστηκα όλα αυτα!"
"Κάτι υπήρχε! Δεν μπορεί να το έφτιαξα όλο αυτό στο μυαλό μου!"
Αλλα, απάντηση δεν έπαιρνε...
Σκεφτόταν τα τραγούδια που της αφιέρωνε, τις κουβέντες του,
τις εκμυστηρεύσεις της.
Βέβαια, αυτή ήταν που του έλεγε για την ζωή της πάντα. Εκείνος, άκουγε, σχολίαζε, αλλα για την δική του δεν μιλούσε ποτέ...
Κα αυτή δεν τον ρώταγε...
"Σ'ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις", της είχε πεί κάποια φορά...
Και τώρα συνειδητοποιούσε οτι, πάντα αυτό άκουγε, απ'ολους.
"Σ'ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις."
"Σ'ευχαριστώ που έχεις κατανόηση".

Σ'ευχαριστώ που δεν διαμαρτύρεσαι, που δεν ζητάς αυτά που σου αξίζουν, που δεν απαιτείς, που με αφήνεις να σε πατάω και να προσπερνάω μετά, με την σιωπή μου, με την εξαφάνισή μου.
Κοίταζε απέναντι στο πεζοδρόμιο δυο νεαρά παιδιά που ήταν αγκαλιασμένα και φιλιόντουσαν σαν να ήταν αυτό το φιλί ολη τους η ζωή...
"Εμένα δεν με φίλησε ποτέ" σκεφτηκε...
"Δεν με κοίταξε ποτέ στα μάτια! Ούτε μιά φορά!"
"Δεν μ'άγγιξε ποτέ έτσι!"...
Πέρασε έξω από το μπαράκι που ειχαν συναντηθεί για πρώτη φορά.
Οι καρέκλες και τα τραπεζάκια ήταν στοιβαγμένα πιά, ηταν χειμώνας, δεν υπήρχαν τραπεζάκια έξω...
Η πόρτα είχε μια χοντρή αλυσίδα και ενα λουκέτο, τα φώτα μέσα ήταν όλα κλειστά.
Τέλειωσε! είπε μέσα της...
Κοίταξε το λουκέτο στην πόρτα ακόμα μια φορά...
"Μπήκε λουκέτο" ειπε πάλι μέσα της...
Γύρισε στο σπίτι με αργά, βαριά, κουρασμένα βήματα...
Ψάχνοντας για τα κλειδιά της, βρήκε στην τσάντα της ενα μικρό ξέμπαρκο κλειδί...λουκέτου.
Το πήρε και το πέταξε στα σκουπίδια.
Για να μην ξανανοίξει ποτέ πιά αυτή την πόρτα...
Δημοσίευση σχολίου