Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΦΥΣΟΥΣΕ Ο ΑΕΡΑΣ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ"...

Μπερδεύονταν οι μπούκλες της καθώς τις φυσούσε με μανία ο αέρας.
Έπεφταν ανακατωμένες μπροστά στο πρόσωπό της και την τύφλωναν, δεν μπορούσε να δεί καθαρά, και οι άκρες τους, καθώς εμπαιναν καμμιά φορά μέσα στα μάτια της την έκαναν να δακρύζει.
Μα εκείνη, έτσι κι'αλλοιώς, ήταν δακρυσμένη. Ετσι και αλλοιώς, ηταν τυφλωμένη από τον θυμό και τον έρωτα, έτσι και αλλοιώς, δεν έβλεπε τίποτα μπροστά της.
Μόνο το πρόσωπό του, τη φιγούρα του έβλεπε με το νού της, καθώς ξεμάκραινε, έτσι ψηλός και αδύνατος, με τις φαρδειές του πλάτες, και το νωχελικό, σχεδόν αναιδές περπάτημά του...
Να φεύγει τον έβλεπε, με το νού της, γιατί τα μάτια της δεν διέκριναν τίποτα πιά.
Είχε χαθεί από τον ορίζοντά της, εδώ και αρκετή ώρα, μπορεί και ώρες, ούτε ήξερε πιά πόσος χρόνος είχε περάσει.
Ηταν ακόμα εκεί, καθισμένη στο πυροβολείο, με την θάλασσα ανταριασμένη μπροστά της, τον αέρα να της ανακατεύει τα μαλλιά και τα μυαλά, και την φιγούρα του να φεύγει , πίσω της!
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η υγρασία της θάλασσας την τύλιγε σε ενα μανδύα απραξίας.
Ακίνητη, καθόταν εκεί, με τα μάτια της βουρκωμένα και τα μέλη της μουδιασμένα, σαν την ψυχή της.
Σιγά σιγά, άρχισαν να παγώνουν τα χέρια της και τα πόδια της, ήταν Νοέμβρης πιά, όση λιακάδα και αν είχε το πρωί τώρα το βράδυ, είχε κρύο.
Έκανε μιά προσπάθεια να σηκωθεί. Παραπάτησε, και όπως ακούμπησε την παλάμη της στο χώμα για να στηριχτεί, ενα αγκάθι μπήχτηκε στο δάχτυλο της και την πόνεσε.
Τώρα πιά, τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της χωρίς σταματημό. Ηταν παράπονο, ήταν ο πόνος από το αγκάθι, ήταν ο πόνος του χωρισμού, ήταν η μελαγχολία του σούρουπου, η θάλασσα που ήταν φουρτουνιασμένη, ο αέρας που φυσούσε και την μπέρδευε...
Προσπάθησε να σηκωθεί ξανά, στάθηκε για ένα λεπτό όρθια, ακίνητη, κοιτώντας τη θάλασσα.
Μαζεψε τα μαλλιά της, έτσι μπερδεμένα όπως ήταν πίσω σε μια μικρή αλογοουρά και σκουπίζοντας τα μάτια της, πήρε τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.
Η φιγούρα του δεν ήταν πουθενά πιά...Ούτε στο δρόμο ουτε στο μυαλό της. Είχε χαθεί...
Μέχρι να φτάσει στο σπίτι από το στενό δρομάκι, είχε αρχίσει να ψιχαλίζει, ενώ η θάλασσα και ο αέρας κόπαζαν σιγά σιγά.
"Θα κάνει μπόρα" σκέφτηκε κοιτάζοντας τον μολυβί ουρανό...
Μα δεν την ένοιαξε...
Για 'κείνη, η μπόρα είχε ήδη ξεσπάσει, και κόντευε κιόλας να κοπάσει...
Δημοσίευση σχολίου