Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΡΩΤΑ"...

Ηταν ενα φεγγάρι ολοστρόγγυλο και κατακόκκινο.
Ψηλά στον ουρανό του Δεκέμβρη, παραμονές Χριστουγέννων μιας χρονιάς που είχε τόσα πράγματα φέρει ανάποδα, που πια σχεδόν δεν ήξερες ποιά ήταν τα πάνω και ποιά τα κάτω.
Και μετά, ξαφνικά, κάπου μέσα στη νύχτα άρχισε σιγά σιγά να μικραίνει, και να μικραίνει, μέχρι που χάθηκε, αλλά ήταν εκεί, ψηλά, καρφωμένο ακόμα στον ουρανό, και ολοστρόγγυλο, και φωτεινό από μέσα και στο στεφάνι του εξωτερικά και κατακόκκινο σαν αίμα πληγής βαθειάς, που πονούσε πολύ, που πονούσε απο έρωτα.
Ετσι έμοιαζε εκείνο το φεγγάρι!
Και εκείνη το κοιτούσε και δεν ήξερε τί την πονούσε πιό πολύ, το χρώμα του φεγγαριού, ή η πονεμένη της ψυχή.
Δεν ήξερε αν τα μάτια της δάκρυζαν από το χρώμα που την τύφλωνε μέσα στο σκοτάδι του υπόλοιπου ουρανού ή γιατί, ο πόνος της ήταν τόσος που δεν τον άντεχε πιά και της έφερνε δάκρυα στα μάτια.
Σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της, και συνέχισε να το κοιτάει το φεγγάρι, μέχρι που ξανάγινε πάλι άσπρο και λαμπερό, και φώτισε τον ουρανό.
Και έμεινε εκεί εξω, στον κήπο παρόλη την παγωνιά της Δεκεμβριάτικης νύχτας, και το κοιτούσε καθώς έκανε την βόλτα του στον ουρανό από την Ανατολή προς την Δύση, μέχρι που άρχισαν να κελαϊδάνε τα κοτσύφια, και το σκούρο μαύρο του ουρανού άρχισε να γίνεται πιό αχνό, και προμήνυε οτι σε λίγο θα χάραζε η μέρα.
Η επόμενη μέρα, της προηγούμενης νύχτας, που σε τίποτα δεν διέφερε από την προηγούμενη μέρα και από την προηγούμενη και από αυτήν που ήταν δυό και τρείς μέρες πρίν...
Εκτός αν, έβγαζες εκείνο το ολοστρόγγυλο κατακόκκινο φεγγάρι,που μόλις είχε δύσει...
Και τώρα ο ουρανός γινόταν όλο και πιο ανοιχτός γαλάζιος, και τα κοτσύφια κελαϊδούσαν πιά σαν τρελλά, λέγοντας το ένα στο άλλο κουτσομπόλικα, πως εκείνη , είχε περάσει όλη την νύχτα τυλιγμένη σε μιά κουβέρτα, στον σιδερένιο καναπέ της βεράντας του κήπου, χωρίς να κουνήσει λεπτό από 'κεί,
κοιτάζοντας το φεγγάρι, ψηλά στον ουρανό, και πως τίποτα άλλο ολη την νύχτα δεν έκανε από το να κλαίει σιγανά, και να σκουπίζει που και πού τα μάτια της, με την ανάστροφη του χεριού της, χωρίς να μιλάει, με ενα παράπονο βουβό, που δεν μπορούσαν εκείνα, γιατί κοτσύφια ήτανε, να το καταλάβουν, και γιατί σ'αυτά ποτέ το φεγγάρι, ποτέ, δεν έφερνε δάκρυα.
Και σίγουρα, δεν μπορεί να έφταιγε το φεγγάρι, μάλλον εκείνος ο έρωτας θα ήτανε, που τόσο την είχε πονέσει χρόνια πριν...
Ναι, μάλλον αυτό θα ήτανε... γιατί κι' άλλες φορές την είχαν βρεί το ξημέρωμα που ξυπνούσαν καθισμένη εκεί στην ίδια θέση, ακίνητη να κοιτάει τον ουρανό και να σκουπίζει τα δακρυσμένα της μάτια με την ανάστροφη των χεριών της...
Δημοσίευση σχολίου