Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΔΟΥΛΕΙΑ ΘΕΛΩ !"...

Μπήκε στο γραφείο του και εκείνος σηκώθηκε όπως πάντα να την αγκαλιάσει τρυφερά και να την φιλήσει στο μάγουλο....
Κάτι, που έκανε από τότε που αυτή ήταν ακόμα παιδάκι και αυτός, φίλος του πατέρα της.
-Λοιπόν αγαπητή μου, σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;
-Πρέπει οπωσδήποτε να βρώ μια δουλειά, του είπε. Δεν τα βγάζω πέρα πιά, καταλαβαίνεις, είσαι τόσα χρόνια φίλος της οικογένειας, ξέρεις τις δυσκολίες και τις αναποδιές που αντιμετωπίσαμε όλο αυτό τον καιρό.
-Ναι χρυσό μου κορίτσι, τα ξέρω όλα, της απάντησε εκείνος με ύφος στενοχωρημένο, και σηκώθηκε από την καρέκλα του πλησιάζοντάς την.
Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της, και μετά της χάϊδεψε τα μαλλιά, και άφησε το χέρι του επάνω στο κεφάλι της, έτσι που εκείνη ένοιωσε για μιά στιγμή άβολα...Κουνήθηκε λίγο στην καρέκλα της, προσπαθώντας να αποφύγει το χέρι του που ήταν ακόμα στο κεφάλι της και κατέβαινε περίεργα προς τον λαιμό της, και έκανε δήθεν να πιάσει το κινητό της από την τσάντα της.
Αυτός, εξακολουθούσε να είναι από την δική της μεριά του γραφείου του, δίπλα στην καρέκλα που αυτή ήταν καθισμένη, και οταν η κοπέλλα έκανε να σηκωθεί για να πιάσει την τσάντα της, την άρπαξε με τα δυό του χέρια και την έσφιξε πάνω του, προσπαθώντας να την φιλήσει.
Εκείνη τινάχτηκε απότομα και ξαφνιασμένη, τον έσπρωξε βίαια μακριά της σκουπίζοντας με την ανάστροφη της παλάμης της τα χείλη της.
- Τι στο καλό!!!
-Γιατί το έκανες αυτό; τον ρώτησε, κοιτώντας τον απορημένη.
-Δουλειά ήρθα να σου ζητήσω! Δουλειά θέλω! δεν θέλω να πηδηχτώ!
Η έκφραση της αηδίας και της απογοήτευσης ήταν τόσο εντονα χαραγμένη στο πρόσωπό της, τα μάτια της είχαν βουρκώσει, με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά της.
-Για όνομα του θεού, είσαι φίλος του πατέρα μου! Πως σου πέρασε απο το μυαλό κάτι τέτοιο, του είπε παίρνοντας το παλτό της και την τσάντα της και βγαίνοντας από το γραφείο του γρήγορα, αφήνοντας την γραμματέα του να τους κοιτάζει απορημένη αλλά για κάποιο περίεργο λόγο, χωρίς να εκπλήσετται...
Βγήκε στον δρόμο και το ψιλόβροχο και ο παγωμένος αέρας, της φάνηκαν σαν βάλσαμο πάνω στο πρόσωπό της, που έκαιγε από τον θυμό και την αηδία της σκηνής που είχε προηγηθεί...
Περπάτησε για λίγο και μετά αποφάσισε να μπεί σε ενα καφέ-μπαρ, της περιοχής και να ζητήσει ενα καφέ.
Το δυνατό εσπρέσσο την βόηθησε να συνέλθει, άναψε ενα τσιγάρο, σκέφτηκε αμέσως πως απαγορευόταν πιά να καπνίζει μέσαστο μαγαζί, και σηκώθηκε να βγεί εξω για να το καπνίσει...
Εκεί στη πόρτα, είδε κολλημένο το χαρτί που έλεγε "ζητείται σερβιτόρα".
Εσβησε το τσιγάρο και μπήκε ξανά μέσα. Πλησίασε στο μπάρ και ρώτησε τον μπάρμαν για την δουλειά.
-Τα πρωϊνά κυρίως, της είπε αυτός... Από το απόγευμα και μετά, είμαι εγώ στο μαγαζί...
Αλλά, είστε σίγουρη; θελω να πώ, δεν μου φαίνεστε να έχετε ξανακάνει τέτοια δουλειά...
Η κοπέλλα χαμογέλασε πικρά.
-Μην ανησυχείς του είπε... Εχω πιεί τόσους καφέδες μέχρι τώρα στη ζωή μου , που το μόνο σίγουρο είναι οτι ξέρω να κάνω καλό εσπρέσσο. Δοκίμασέ με και θα δείς...
-Μαρία με λένε... Αύριο στις 8 θα είμαι εδώ... μέχρι να ανοίξουμε στις 8.30 να μου δείξες και τα απραίτητα...
Εκανε να πληρώσει τον καφέ της,
-Ασε, Μαρία, οι δικοί μας είναι δωρεάν της είπε ο νεαρός...
-Τάσος. Χάρηκα.Τα λέμε αυριο... λοιπόν!
Η Μαρία του έσφιξε το χέρι και βγήκε απο το μαγαζί. Οταν έφτασε σπίτι της η μητέρα της την περίμενε με αγωνία.
-Τί εγινε κούκλα μου; Σε βοήθησε ο κύριος....;
-Ναι μάνα μου! Της απάντησε , μην ανησυχείς, με βοήθησε πάρα πολύ!
Ευτυχώς που με εστειλες και τον είδα.... Ευτυχώς!
Από αυριο κιόλας αρχίζω δουλειά...
Δημοσίευση σχολίου