Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. "ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ"...

Ήπιε την τελευταία γουλιά από το σφηνάκι της.
Πλήρωσε τον λογαριασμό, φόρεσε το παλτό της και τύλιξε το κασκόλ της, που μύριζε ακόμα την κολώνια του, γύρω από το λαιμό της σφιχτά.
Ήταν που είχε και αυτό το κρύωμα, αλλα πιό πολύ, ήθελε να τον νοιώθει γύρω από το σώμα της, ακόμα και αν ήταν σχεδόν θηλιά που της έκοβε την ανάσα το τόσο σφίξιμο...
Βγήκε στον έρημο δρόμο.
Δεν ήταν μακρυά το σπίτι της, και η νύχτα ήταν γλυκειά, παρά το κρύο...
Φτάνοντας στο περίπτερο σταμάτησε να αγοράσει πουράκια και γάλα για το πρωί.
Έπιασε για λίγα λεπτά κουβέντα με την κοπέλλα στο περίπτερο, και μετά, συνέχισε τον δρόμο της στην έρημη πόλη...
Περπατούσε σιγά, αργά, σαν να μην ήθελε να γυρίσει πίσω στο σπίτι, χαζεύοντας τις φωτισμένες βιτρίνες, παρόλο που τίποτα δεν της τραβούσε την προσοχή, τίποτα πιά δεν της άρεσε, τίποτα δεν λαχταρούσε να αποκτήσει...
Να φύγει μόνο ήθελε...
Να φύγει!
Να πάει πού όμως?
Σ' άλλη πόλη?
Σ' άλλη χώρα?
Και τι θα άλλαζε?
Αφού τον εαυτό της θα κουβαλούσε πάντα μαζί της, όπου και αν πήγαινε...
Μπαγκάζια άλλα δεν είχε πιά σ'αυτή τη ζωή...
Με τον εαυτό της έπρεπε να μάθει να ζεί, μ'αυτόν έπρεπε να συμφιλιωθεί...
"Οι δυό μας μείναμε", μονολόγησε καθώς άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της... "κοίτα λοιπόν να συνηθίσεις"... "εμείς οι δύο πιά" ... "κανένας άλλος."
Μπήκε στο σπίτι, έβγαλε το παλτό της, μύρισε ακόμα μια φορά το άρωμά του, ξετυλίγοντας το κασκόλ από τον λαιμό της, και κλείδωσε πίσω της την πόρτα.
Κανέναν δεν περίμενε μέσα στη νύχτα, αλλα και ούτε σαν ξημέρωνε η αυριανή μέρα...
Έσβησε τα φώτα του κήπου, πήρε απο την κουζίνα ενα ποτήρι νερό και ανέβηκε στο δωμάτιό της να κοιμηθεί...
Είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει...
Δημοσίευση σχολίου