Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ"...

Κοίταζε κάτω στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια της, τα σπασμένα κομμάτια της κούκλας.
Δεν ήξερε πως έπρεπε να αντιδράσει, δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να κλάψει, να χαρεί, ή να γελάσει.
Της είχε φύγει ενα βάρος, είναι αλήθεια, μόλις άκουσε το "κρακ", ανάμεσα στα πόδια της.
Σαν να είχε επιτέλους πάρει τέλος , ενα μαρτύριο που κράταγε χρόνια.
Το καθάρισμα της πολύτιμης πορσελάνινης κούκλας, που ήταν οικογενειακό κειμήλιο, που πέρναγε από γενιά σε γενιά!
Και έτσι, υποχρεωτικά την είχε και αυτή παραλάβει, θέλοντας και μή, οταν παντρεύτηκε και μετακόμισε στο δικό της σπίτι.
Την έβλεπε τόσα χρόνια στο πατρικό της και την είχε σιχαθεί...
Και οταν η μάνα της την έφερε στο καινούργιο σπίτι, έψαχνε με αγωνία να βρεί, που θα μπορούσε να την βάλει για να φαίνεται όσο το δυνατόν λιγότερο...
Την καταχώνιασε σε κάποιο σημείο της βιβλιοθήκης, ανάμεσα σε ανάκατα βιβλία, και μόνο οταν έπρεπε να κάνει τραπέζι τους συγγενείς, την έβγαζε από κεί και την ακουμπούσε πάνω στο τραπεζάκι να "φαίνεται"...
Ετσι είχε γίνει και χτές...
Μετά το χωρισμό της με τον άντρα της, ήταν η πρώτη φορά που έκανε στο σπίτι της τραπέζι τους συγγενείς, "έπρεπε", είχε πεί η μάνα της, για να δουν όλοι πως ήταν καλά, πως συνέχιζε τη ζωή της και ήταν χαρούμενη...
Μα τι ίδέα!
Φυσικά και ήταν χαρούμενη. Φυσικά και ήταν καλά. Στο κάτω κάτω, αυτή το είχε ζητήσει το διαζύγιο, αυτή είχε αποφασίσει οτι μέχρι εδώ ήταν...
Ολα αυτά τα τυπικά οικογενειακά "πρέπει", την έκαναν πάντα έξαλλη. Αλλά δεν εύρισκε νόημα στο να διαπληκτίζεται με την μητέρα της... Κάθε φορά που πήγαινε να ανοίξει το στόμα της, σκεφτόταν μια δεύτερη φορά, έλεγε μέσα της, "τι νόημα εχει;" και δεν μιλούσε.
Και ετσι, έστρωσε το τραπέζι, στόλισε τα βάζα με λουλούδια, έβγαλε και την περίφημη κούκλα από την κρυψώνα της και την "κοτσάρισε" εκεί μπροστά , να φαίνεται, πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού.
Και τώρα, αφού είχαν όλοι φύγει πιά, ευχαριστημένοι και ήσυχοι, οτι ήταν καλά, μόνη πιά, στην ηρεμία του άδειου σπιτιού, καθάρισε τα τασάκια, τακτοποίησε τα μαξιλάρια στους καναπέδες, και έπιασε την κούκλα για να την ξανακρύψει...
Και όπως έκανε να πάει προς τη βιβλιοθήκη, το τακούνι της πιάστηκε από τα κρόσια του χαλιού, κι'αυτό της μαμάς της, αλλά δεν φαινόταν πολύ, σχεδόν καθόλου αφού το σκέπαζε το τραπέζι του σαλονιού και το έκρυβαν οι καναπέδες, οπότε, "δεν βαρυέσαι"....
Και ένοιωσε να σκοντάφτει, να πέφτει, και στην προσπάθειά της να κρατηθεί όρθια, άνοιξε τα χέρια της για να πιαστεί από κάπου, και άφησε την κούκλα να πέσει κάτω...
Ενα κρακ ήταν όλο κι' όλο...
Τώρα, κοιτούσε τα σπασμένα κομμάτια που κοίτονταν στα πόδια της αμήχανη...
Εμεινε έτσι για λίγα λεπτά.
Μετά, κοίταξε το παπούτσι της, να δεί μήπως χάλασε το τακούνι από το τράβηγμα, κοίταξε τα κρόσια του χαλιού με ευγνωμοσύνη, σχεδόν ένοιωσε συμπάθεια και για το χαλί, δεν ήταν και τόσο κακό, στο κάτω κάτω...
Κοίταξε και την σπασμένη κούκλα, και ξέσπασε σε ενα τρελλό, δυνατό γέλιο, που στο τέλος έκανε τα μάτια της να δακρύσουν και δεν ήξερε πιά, αν γελούσε ή αν έκλαιγε, αλλά για τούτο μόνο ήταν σίγουρη...
Αυτά τα δάκρυα, ήταν δάκρυα χαράς και ανακούφισης, ήταν δάκρυα ελευθερίας και λύτρωσης...
Μάζεψε τα σπασμένα κομμάτια σε μια σακούλα σκουπιδιών, και τα έρριξε στο σκουπιδοντενεκέ.
Και μετά, έβαλε μουσική και ξάπλωσε στο κρεβάτι της ευτυχισμένη...
Σήμερα, τί παράξενο αλήθεια, ήταν η πρώτη φορά που ένοιωθε το σπίτι της αληθινά δικό της!
Δημοσίευση σχολίου