Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΗΣΙ"...

Στο οπισθόφυλλο έγραφε το όνομά της και την ημερομηνία. "Ιούνιος 1980".
Πήρε το μολύβι που είχε και σημείωνε καθώς διάβαζε, και συμπλήρωσε από κάτω. Απρίλιος 2011.
Τριανταένα χρόνια μετά...
Το ίδιο βιβλίο, άλλος αναγνώστης, άλλη ζωή!
Πόσα της έκρυβαν τότε οι σελίδες του! Πόσα τα μάτια της δεν μπορούσαν να δούν, το μυαλό της δεν καταλάβαινε, η καρδιά της δεν ήξερε να αναγνωρίσει!
Ακούμπησε το βιβλίο στο πάτωμα, δίπλα της, έσβησε το φώς, και με τα μάτια ανοιχτά, κοιτούσε το ταβάνι στο σκοτεινό πια δωμάτιο.
Αφησε το μυαλό της να γυρίσει πίσω, 31 χρόνια πίσω, προσπάθησε να θυμηθεί...
Μάταια. Μόνο δάκρυα κατάφεραν να κυλήσουν από τα μάτια της, οι αναμνήσεις της όλες είχαν γίνει ενα δάκρυ νοσταλγίας, με μια γεύση πικραμύγδαλου.
Από 'κείνα τα μπαλάκια μαρτσιπαν που αγόραζε και έτρωγαν το βράδυ στο κρεβάτι... Στο νοικιασμένο δωμάτιο της κυρίας Ελένης, στο Νυδρί...
Γύριζαν από τη θάλασσα αργά το απόγευμα με το φουσκωτό, το άφηναν μπροστά στο σπίτι, και μετά, εμπαιναν μέσα στο δωμάτιό τους, και με τις ώρες, έμεναν ξαπλωμένοι, αγκαλιασμένοι, να τρώνε μάρτσιπαν με γεύση πικραμύγδαλου, να ανακαλύπτουν δειλά δειλά τον έρωτα, ανακατεμένο με το αλάτι της θάλασσας και τον ιδρώτα του καλοκαιριού, και την ζέστη του μικρού δωματίου.
Σιγανά και με ντροπή, γιατί ακόμα ήτανε παιδιά και ντρέπονταν, σιγά, να μην τους ακούσουν από δίπλα, σιγά, γιατί και οι ίδιοι δεν είχαν ακόμα καλά καλά ανακαλύψει τις φωνές τους.
Την είχε συνεπάρει τότε η λύσσα του ήρωα, αυτή η άγρια δίψα του για τη ζωή και για τον έρωτα.
Κάπου μέσα της, την ένοιωθε να φουντώνει ίδια και σε "κείνη, αλλά, ήταν μικρή, ακόμα, και δεν ήξερε, την φοβόταν περισσότερο από οτι τη λαχταρούσε.
Μετά, το φθινόπωρο, χωρίσανε, εκείνη έφυγε, για σπουδές, την άρπαξε ο αέρας του βιβλίου λές, τώρα που το σκέφτεται, ετσι κάπως έγινε.
Σαν να την άρπαξε η φουρτούνα , ο ίδιος χαλασμός που περιέγραφε ο Καραγάτσης στο βιβλίο του.
Και ξημέρωσε σε άλλη γή, σε άλλη ήπειρο.
Και μετά σε άλλη, και σε άλλη...
Είδαν τα μάτια της πολλά. Ένοιωσε το κορμί της περισσότερα...
Πόνεσε, απόλαυσε, αγάπησε, μίσησε.
Αγάπησε χωρίς να την αγαπήσουν, και την αγάπησαν χωρίς να μπορέσει να αγαπήσει.
Εμεινε στέρφα η κοιλιά της απο τον σπόρο, άδεια η ζωή της από γέλια παιδικά... Δική της ήταν η επιλογή...
Την είπαν πριγκήπισσα και πόρνη, σκληρή, φτερό από πούπουλο και μετάξι...
Σαλώμη και Κασσιανή...
Μαρία και Μαγδαληνή...
Θησαυρό ζωής, Κινούμενο Παραμύθι...
Της ψιθύρισαν στο αυτί πως ήταν τυχεροί που την είχαν, και οταν αυτή έφευγε, την καταριόντουσαν και την έλεγαν "σκύλα"...
Μέσα στο σκοτάδι του δωματίου της τώρα, μόνη πάνω στο διπλό κρεβάτι της, αυτό που φιλοξένησε κατά καιρούς τους έρωτες της ζωής της!
Που μόνο αυτό ήξερε τους μυστικούς πόνους του κορμιού και της ψυχής της, έψαχνε να βρεί τον ύπνο,
έψαχνε να βρει ενα χαρτομάντηλο να σκουπίσει τα μάτια της...
Τριαντα ένα χρόνια μετά, πήρε από το πάτωμα το βιβλίο και το ακούμπησε πάνω στο στήθος της.
Το ένοιωσε να ανεβοκατεβαίνει μαζί με την καρδιά της...
Γύρισε στο πλάϊ, έριξε την κουβέρτα πάνω της έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε να την πάρει ο ύπνος...
Δημοσίευση σχολίου