Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ .

Δώδεκα χρόνια πρίν, είχα ήδη αρχίσει να μετράω ανάποδα τέτοια ώρα...
Περίμενα στην αίθουσα αναχωρήσεων να βρεθεί πτήση να γυρίσω στην Αθήνα.... 
Από το πρωί, με είχε πάρει η αδερφή μου να μου πεί να γυρίσω, πως "έφτανε πια η ώρα"... και 'γω, με ενα βιβλίο στο χέρι και την τσάντα μου είχα πάει στο αεροδρόμιο, είχα εξηγήσει το επείγον της κατάστασης και περίμενα σε ποιά πτήση θα χωρούσα να πετάξω και αν θα πρόφταινα...να φτάσω έγκαιρα.
Έγκαιρα γιατί; 
Ακούγεται τόσο τραγικά αστείο το έγκαιρα όταν μιλάμε για τον θάνατο...
Και πρόφτασα... 
Τον κράτησα αγκαλιά όλη τη νύχτα. 
Του ψιθύριζα συνέχεια στο αυτί, να την αφήσει την ψυχή του να πετάξει σαν τον "Αετό του Πάρνωνα ", που ήταν, όταν ήταν "καπετάνιος" ατρόμητος εκεί στο βουνό του το αγαπημένο.
Εκείνο που νόμιζε οτι έβλεπε στον άσπρο τοίχο απέναντι απο το κρεβάτι του,τους τελευταίους μήνες... 
'Ολη τη νύχτα πάλευε με τον Χάρο, και ΄γω, εκεί, του κρατούσα το χέρι, του έλεγα "είμαι εδώ, δίπλα σου", ήξερα πως με ένοιωθε... το ένοιωθα και γώ... 
Με τύλιγε η αγάπη του, η έννοια του, πανοπλία λές γύρω απ' το κορμί μου σαν να έκανε την ψυχή του... 
Ξημέρωσε η μέρα, τον έπλυνα, του δρόσισα το μέτωπο που έκαιγε και ένοιωσα τα κρύα πόδια... 
Από τα χαμηλά ξεκινά να σε νικάει ο θάνατος...
Μεχρι να μπεί η μέρα, είμασταν και τα τρία του παιδιά, δίπλα του. 
Τον κρατούσα αγκαλιά συνέχεια. Ήμουν πάντα η μικρότερη και η χαϊδεμένη του. Ο "τουρίστας" της οικογένειας όπως έλεγε...
Κάποτε που είχε φύγει ταξίδι, τρίχρονο κοριτσάκι ακόμα, χώθηκα στη ντουλάπα με το κουστούμι του αγκαλιά, για νά'χω τη μυρωδιά του και με έψαχναν για ώρες... 
Μου φύσυξε στο πρόσωπο, τις τρείς τελευταίες ανάσες του. 
Και έφυγε, με μιά γκριμάτσα σαν να ξερνούσε όλη την αηδία αυτού του κόσμου που είχε ζήσει...
Κράτησα στις τρείς αυτές ανάσες, την δύναμη της ψυχής του, το πείσμα να μην σκύβω το κεφάλι και την περηφάνια της γενιάς μου, που μου την κληρονόμησαν εκείνος και η μάνα μου.
Έμαθα από αυτήν την αηδία της τελευταίας του γκριμάτσας, να παραμερίζω απ' τη ζωή μου τα άχρηστα, τα ανούσια, τα κενά...
Πέταξα από πάνω μου σιγά σιγά, μέσα σ'αυτά τα δώδεκα χρόνια πολλά ... 
Άχρηστα όλα, ανόητα και ψεύτικα πράγματα.
Έπρεπε να χάσω τη γή κάτω απ' τα πόδια μου με τον χαμό του, για να μπορέσω να πατήσω γερά στα πόδια μου και να σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά...
Έκλαψα πρίν απο την κηδεία του, και μετά, ποτέ πιά, δάκρυ δεν κύλησε απο τα μάτια μου όταν ο θάνατος μου στερούσε εναν έναν τους δικούς μου αγαπημένους. 
Όταν κλαίει και σπαράζει η ψυχή, στερεύουν τα δάκρυα.
Τώρα δακρύζω μόνο για το μπλέ της θάλασσας και τ' ουρανού. Για το πράσινο του πεύκου που φτάνει μέχρι το κίτρινο κάποιες στιγμές ανάλογα με το φώς του ήλιου. 
Για την μυρωδιά της φρεσκοβρεγμένης γης, μετά την καταιγίδα. 
Δακρύζω με μια  μελωδία του Μπαχ, ίδια όσο με ενα ζεϊμπέκικο, ή μ' ενα στίχο  από ενα ποίημα.
Μου'μαθες πολλά και σου χρωστάω...
Μα αυτό που με τίποτα δεν ξεπληρώνεται πατέρα μου, είναι πού με έμαθες να ζώ την κάθε στιγμή της ζωής μου στην ανάσα της... 
Ούτε πρίν, ούτε μετά. 
Μόνο εκείνη τη στιγμή! 
Την μοναδική και την υπέροχη!
Καληνύχτα μπαμπά μου. 






Δημοσίευση σχολίου