Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΟΣΑ ΦΕΡΝΕΙ ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΗ ΜΠΟΡΑ..."

Είχε κουλουριστεί στην γωνιά, ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και τον δρόμο.
Τα λασπόνερα που το είχαν μουσκέψει, περνούσαν από πάνω του με ορμή και έπεφταν βιαστικά μέσα στο φρεάτιο, που βρισκόταν μερικά εκατοστά πιό πέρα, και ήταν έτοιμο λές, να το καταπιεί και αυτό, μόλις τα νερά της βροχής, θα το παράσερναν προς τα εκεί.
Το ύφος του ήταν τόσο φοβισμένο και τρομαγμένο...
Δεν καταλάβαινε λέξη από αυτή την παράξενη γλώσσα που μιλούσαν οι άνθρωποι εδώ.
Στην πατρίδα του έβρεχε και 'κεί πολύ, αλλά εκείνη η βροχή, ήταν διαφορετική, και έπειτα, εκείνο ήταν πάντα καλά προφυλαγμένο και έμενε πάντα σε πολύ καλό σπίτι...
Ούτε θυμάται πώς βρέθηκε εδώ. Θυμόταν βέβαια το ταξείδι του, αλλά, έτσι καλά τυλιγμένο και πακεταρισμένο που ήταν δεν είχε καταλάβει και πολλά.
Μετά βρέθηκε σε ενα όμορφο σπίτι, έκανε διάφορες βόλτες, του φέρονταν καλά, ποτέ δεν είχε παράπονο...
Και ξαφνικά, σήμερα το μεσημέρι, έπιασε δυνατή βροχή, και όπως βιαστικά ετοιμάστηκαν όλοι να μπούν στο αυτοκίνητο για να αποφύγουν την μπόρα που τους μούσκευε, κάτι έγινε, και αυτό έμεινε απέξω..στο πεζοδρόμιο, στα λασπόνερα.
Φώναξε, μα δεν το άκουσαν...
Το αυτοκίνητο έφυγε βιαστικά, η μηχανή του μουγκρίζοντας, οι ρόδες σπινάρισαν, και ακόμα περισσότερη λάσπη και νερό έπεσαν πάνω του.
Και μετά, έμεινε μόνο του εκεί, στην άκρη του πεζοδρομίου με τον δρόμο, τα ξερά φύλλα να το σκεπάζουν και τα βρωμόνερα να το πνίγουν...
Εκεί το βρήκε.
Βγήκε σαν κόπασε η μπόρα να πετάξει τα σκουπίδια στον απέναντι κάδο.
Και όπως γύριζε πίσω, έπεσαν τα μάτια της πάνω του, κράτησε το πόδι της στον αέρα, γιατί, παραλίγο θα το πατούσε.
Έσκυψε και το μάζεψε.
Δίστασε λίγο στην αρχή, είναι αλήθεια, έτσι βρώμικο και μουσκεμένο που το είδε.
Κάτι μέσα της όμως, την έκανε να συνεχίσει.
Το σήκωσε από το δρόμο, το μετέφερε στο σπίτι, προσεκτικά, γιατί όσο το κρατούσε εκείνο έσταζε βρωμόνερα και λάσπη, αφήνοντας πίσω του μιά μικρή γραμμή της διαδρομής, από την εξώπορτα, σε όλο το μήκος του κήπου, και μέχρι την πίσω πόρτα της κουζίνας.
-"Τί είναι αυτό αγάπη μου?" της είπε εκείνος βλέποντας την να το κρατά.
-" Ελα σε παρακαλώ, πέτα το... είναι βρώμικο, θα πάθεις τίποτα..."
Τα μάτια της πήραν αυτό το πεισματάρικο βλέμμα, τα χείλια της σούφρωσαν με κάτι, ανάμεσα σε θυμό, παράπονο και πείσμα.
-"Θα το καθαρίσω, θα το πλύνω, δεν παθαίνω τίποτα..."
-"Δεν μπορούσα να το αφήσω στο πεζοδρόμιο, μέσα στα νερά, δεν το καταλαβαίνεις?"
Τα αρκουδάκια, έχουν ψυχή...
Δημοσίευση σχολίου