Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ..."

Δεν άντεχε να περπατήσει απο την μεριά του πεζοδρομίου που περνούσε μπροστά από την πόρτα της.
Και έτσι τον βρήκε στη μέση του δρόμου.
Εξω από το σπίτι, το σπίτι τους... εκεί πού πίστευε οτι θα ζούσαν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους...
Εκεί από όπου έφυγε μιά μέρα, σαν κλέφτης, με το κεφάλι σκυφτό και την ουρά στα σκέλια...
Εκεί από όπου τον έδιωξε, για να πάψει να πονάει και να αιμορραγεί...χωρίς τέλος, χωρίς έλεος.
Του τό'χε πεί κάποτε, οτι θα τρώγανε τελικά τις σάρκες τους, οτι στο τέλος, θα έφταναν να περπατάνε στα απέναντι πεζοδρόμια και να μην μιλάνε ο ενας στον άλλον.
Και έτσι και έγινε...
Σαν τον αντίκρυσε σήμερα, δεν ήξερε αν έπρεπε να του μιλήσει ή να κάνει οτι δεν τον είδε...
Και έβλεπε καθώς τον παρατηρούσε από απέναντι την ίδια αμηχανία που ένοιωθε και αυτή, και στον ίδιο...
Είχε κοκκινίσει το πρόσωπό του, είχε σκύψει το κεφάλι, και κουνούσε αμήχανα τα χέρια του μιλώντας στην γυναίκα που συνόδευε...
Εκείνη, το ήξερε οτι την είχε δεί.
Και η άλλη, κατάλαβε οτι κάτι συνέβαινε.
Και αυτός, αμήχανος συνέχισε να μιλάει και να χειρονομεί, για να μην δείξει οτι ένοιωθε άβολα...
Και έτσι, ενώ αρχικά θέλησε να του μιλήσει, δίστασε, και τελικά γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά, και προχώρησε...
Ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού της και μπήκε μέσα, χωρίς να πεί κουβέντα.
Σαν έκλεισε η πόρτα πίσω της, ακούμπησε πάνω της, και έκλεισε τα μάτια...
"Στό'χα πεί", ψιθύρισε...
"Οταν τελειώσουμε εμείς, θα αλλάζουμε πεζοδρόμιο για να μην πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλον"...
"Τόσο πολύ αγαπηθήκαμε"! Σκέφτηκε.
Και μετά, άρχισε να αδειάζει τις σακούλες του σουπερμάρκετ...
Δημοσίευση σχολίου