Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ"...

Πέρασε το κραγιόν απαλά επάνω από τα χείλη της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Την ικανοποίησε το αποτέλεσμα και χαμογέλασε στο είδωλό της.
Έβαλε ακόμα μια σταγόνα από το άρωμά της και βγήκε από το δωμάτιο, σβήνοντας το φώς πίσω της.
Η ζέστη της μέρας είχε δώσει την θέση της σε μιά υγρή δροσιά, που έκανε το δέρμα να κολάει και τον ιδρώτα της να αναδεικνύει ακόμα περισσότερο το αισθησιακό άρωμά της.
Τα μαλλιά της της ζέσταιναν τον λαιμό της, και έτσι όπως σχηματιζόταν ενα λεπτό στρώμα ιδρώτα επάνω του, Εκείνος με δυσκολία κρατιόταν να μην την φιλήσει, σβήνοντας τη δίψα του με τον ιδρώτα της.
Γύρισε και τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
«Είμαι έτοιμη» του είπε, «μπορούμε να φύγουμε όποτε θές».
Αλλά εκείνος δεν ήθελε να φύγει πιά...
Τον κοίταξε χαμογελώντας.
«Μας περιμένουν αγάπη μου»... «δεν μπορούμε να μην πάμε»...
«Να σε φάω θέλω τώρα»... της είπε... «να σε πιώ, ολόκληρη»...
Αυτή, πήρε τα κλειδιά και την τσάντα της, και προχώρησε έξω από την πόρτα...περιμένοντάς τον να την ακολουθήσει.
«Οταν γυρίσουμε του είπε», ψιθυριστά στο αυτί του, σέρνοντας τις λέξεις, αργά, για να μπορεί η ανάσα της να τον ανατριχιάζει ... «οταν γυρίσουμε, το βράδυ, θα σου πώ...» και δεν τελείωσε τη φράση της.
Ετσι έκανε πάντα...
Ποτέ δεν τελείωνε αυτό που ήθελε να πεί...
Μπορεί και να μην ήξερε κατά βάθος, τί ήθελε να πεί...
Αφηνε κάτι μισοτελειωμένο να πλανάται στον αέρα...
Και ο καθένας, πίστευε αυτό που ήθελε αυτός να πιστεύει, για το τέλος της φράσης.
Αφηνε έτσι την ζωή, να την πηγαίνει και αυτή λίγο, όπου ήθελε να την πάει, στην τύχη... δεν ήταν όλα προγραμματισμένα έτσι.
Κανόνιζε αυτή τη ζωή της, αλλά, και η ζωή, της εμπαινε καμμιά φορά από δεξιά, και της έφερνε και κάτι απρόβλεπτο...
Οχι πάντα ευχάριστο, αλλά γαμώτο, ήταν απρόβλεπτο, και αυτό άξιζε τον κόπο... και τον πόνο και το ρίσκο…
Το κεφάλι της πονούσε λίγο όταν γύρισαν σπίτι.
Είχε πάλι πιεί ένα - δυό σφηνάκια παραπάνω. Ψαχούλεψε στην τσάντα της για κανένα παυσίπονο...
Η γλυκειά ζάλη του ποτού, έκανε τις κινήσεις της πιό αργές, αλλά, δεν βαριέσαι, ο χρόνος κάποια στιγμή, παύει τελικά να έχει σημασία.
Ανέβηκε τις σκάλες αργά, βγάζοντας παράλληλα τα δαχτυλίδια της, τα σκουλαρίκια της, τα κολιέ της...
Σαν έφτασε στο δωμάτιό της, είχε κιόλας ξεκουμπώσει το φόρεμά της.
Στάθηκε για λίγο ακίνητη και το άφησε να πέσει αργά κάτω στο πάτωμα.
Μετά μπήκε στο μπάνιο και βούρτσισε τα δόντια της.
Εκείνος ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάττι και την περίμενε.
Την κοιτούσε με λαχτάρα και αγάπη.
Την ήθελε.
Δικιά του.
Και η σκέψη πώς, ποτέ δεν θα μπορούσε να την έχει ολοκληρωτικά, τον τρέλλαινε.
Οταν την αγκάλιαζε το ένιωθε οτι αυτή του γλυστρούσε σαν νερό, μέσα από τα χέρια του, οτι, όσο σφιχτά και αν την κρατούσε, αυτή του ξέφευγε και ήταν αλλού, και τον έπιανε τρέλλα.
«Εδώ είμαι» του έλεγε αυτή, σιωπηλά κοιτώντας τον στα μάτια. Εδώ.
Αλλά, αυτός ήξερε!
Η μισή ήταν εκεί, η άλλη μισή, ήταν πάντα φευγάτη... εκεί ψηλά, στην γωνία , στο ταβάνι...
«Μην το ψάχνεις, δέξου το αν μπορείς έτσι», του’χε πεί κάποτε... και από τότε δεν το ξανασυζήτησαν ποτέ..
Αλλα εκείνη το ήξερε οτι δεν το άντεχε και οτι τον πονούσε κατα βάθος.
Μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’αυτό.
Ετσι ήταν αυτή.
Σαν το νερό που κυλάει.
Αμα το σταματήσεις, αν προσπαθήσεις να το κρατήσεις, γίνεται βούρκος.
Εβαλε στο IPOD την «πριγκιπέσσα» και άρχισε να χορεύει μόνη της, εκεί μπροστά του, ξυπόλυτη, πάνω στο παχύ χαλί…
Kαι μετά, οταν τελείωσε το τραγούδι, και άρχισε το επόμενο, «με τα μάτια κλειστά», ξάπλωσε δίπλα του, τον πήρε αγκαλιά, έσβησε το φώς και του είπε σιγά, «κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μ’αγαπήσει όπως εσύ»...
και το τραγούδι έπαιζε όσο έκαναν έρωτα...
Δημοσίευση σχολίου