Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ"...

Παρασκευή απόγευμα.
Καλοκαίρι στην Αθήνα.
Η ζέστη έκαιγε τα πεζοδρόμια και έλειωνε την άσφαλτο στους βρώμικους δρόμους της πόλης.
Αλλά όλα αυτά, ήταν πολύ μακρυά από 'κείνη.
Ξαπλωμένη μπρούμητα επάνω στο κρεβάτι της, διαγώνια, για να μπορεί να εκμεταλλεύεται το μέγιστο δυνατόν μήκος, με δυσκολία κατάφερνε και να αναπνεύσει.
Ακριβώς από πάνω της, ο ανεμιστήρας, γύριζε και αυτός σχεδόν αποκαμωμένος από την ζέστη.
Εκανε και αυτός ό,τι μπορούσε...
Τα τζιτζίκια πάσχιζαν να επιβληθούν στους υπόλοιπους θορύβους του δρόμου, και όλο μαζί, αυτό που άκουγε κανείς, ήταν πολύ... για να μπορέσουν να το αντέξουν τα αυτιά σου.
Σκέτη τρέλλα!
Η ζέστη, ο θόρυβος, το μικρό δωμάτιο, η έλλειψη χώρου, και χρόνου!
Πήρε μιά βαθειά ανάσα, ένοιωσε οτι πνιγόταν!
Το ανοιχτό παράθυρο του μικρού μπάνιου κοίταγε σε εναν άθλιο φωταγωγό. Ούτε οι κατσαρίδες δεν ήθελαν να περπατάνε εκεί...
Είχε όμως ησυχία.
Εκλεισε το καπάκι της λεκάνης και κάθισε στην τουαλέτα.
Σιγά σιγά, άρχισε να συνέρχεται. Δεν άκουγε πιά τα τζιτζίκια, ούτε τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων να της τρυπούν τα τύμπανα.
Ξαφνικά από την απέναντι μερηά, ακούστηκε ο θόρυβος ενός "μπλακ εντ ντεκερ". Και ομιλίες.
Μετά, ενα σφυρί κοπανούσε ενα τοίχο...
Οχι δεν ήταν τοίχος!
Το κεφάλι της πονούσε φρικτά.
Προσπάθησε να σηκωθεί από την τουαλέτα, να πιεί λίγο νερό...
Ενοιωσε οτι το σώμα της δεν την υπάκουε.
Τα χέρια και τα πόδια της ήταν βαριά, ασήκωτα. Και δεν έκαναν βήμα...
Προσπάθησε ξανά, η αγωνία της ολοένα και μεγάλωνε...
Εκανε να φωνάξει, μα δεν έβγαινε φωνή...
Χανόταν...
Σωριαζόταν στο πάτωμα, την στιγμή που εκείνος μπήκε μέσα...
"Αγάπη μου, έβλεπες εφιάλτη, έλα, πάμε να κολυμπήσουμε. Η θάλασσα είναι λάδι και σε λίγο θα βασιλέψει και ο ήλιος..."
"Σου έψησα καφέ και υποβρύχιο... και σε περιμένω στη βεράντα"...
"Ελα, ξύπνα μάτια μου"...
Δημοσίευση σχολίου