Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ"...

Έσκυψε και κοίταξε μέσα, προσπαθώντας να δεί τι κρυβόταν κάτω από το θολό νερό...
Οι πρασινάδες που είχαν φυτρώσει γύρω-γύρω αντικατοπτρίζονταν στην επιφάνεια του νερού, και έκαναν αδύνατη την προσπάθειά της.
Από το μικρό πέτρινο τοιχάκι και τριγύρω, μέχρι το βάθος του πηγαδιού, δεν έβλεπες τίποτα περισσότερο από τα άγρια φυτά, και μόνο, ένοιωθες την δροσιά του νερού από το βάθος, σαν μιά μαγική μυστική δύναμη να σε καλεί να πάς κοντά του.
Έκλεισε τα μάτια της και αφουγκράστηκε το νερό από μέσα από το πηγάδι.
Έσκυψε το κεφάλι της όσο πιό πολύ μπορούσε προς αυτό...
Κάποια στιγμή ένοιωσε οτι το βάρος, την τραβούσε προς τα κάτω...
Σκέφτηκε προς στιγμήν, ν' αφεθεί...
Σαν την Αλίκη, να πέσει μέσα, να βουτήξει, να δροσιστεί και μετά να συνεχίσει προς τα κάτω, να βρεί τον πάτο και να περάσει από κεί, μέσα από το μυστικό πέρασμα στην "άλλη" πόλη, αυτή που κυλάει από κάτω από τα πόδια μας, παράλληλα με τη δική μας.
Αυτή που δεν έχει την καυτή άσφαλτο και τα ψηλά γυάλινα κτήρια που σου κόβουν τον αέρα και την ανάσα.
Εκεί από κάτω, εκεί που ανακατεύονται οι αιώνες.
Και μπορείς να συναντήσεις τα σπίτια της αρχαίας πόλης, ανακατωμένα με αυτά της βυζαντινής...
Πέτρα και ιδρώτας, και μάρμαρο και κόκκινο βυζαντινό τούβλο, όλα μαζί.
Μία ιστορία, μιά ζωή, περασμένη πιά.
Χαμένη, στα σκοτεινά, στενά και υγρά τοιχώματα του πηγαδιού.
Ενα βατράχι αναπήδησε, ανάμεσα στο νερό και τα χόρτα, και ύστερα χάθηκε μέσα στο πηγάδι, αφήνοντας πίσω του μόνο κύκλους στο νερό...
Πού κι'αυτοί, έσβησαν τελικά, χωρίς ν'αφήσουν πίσω τους κανένα ίχνος.
Ξανακοίταξε μέσα.
Τώρα οι ακτίνες το ήλιου έπεφταν κάθετα στο πηγάδι, καθώς ήταν πιά μεσημέρι, και σκέφτηκε πως μπορεί να κατάφερνε να δεί στο νερό την εικόνα της.
Μάταια!
Τα μάτια της δεν μπορούσαν να διακρίνουν παρά το μαύρο, το θολό.
Πού και πού, κάποια ακτίνα γυάλιζε στιγμιαία και την τύφλωνε, και μετά το μαύρο γινόταν ακόμα πιό πηχτό και πιό θαμπό.
Το μόνο που ένοιωθε, ήταν αυτή η κρυάδα από την δροσιά του πηγαδιού, που ανέβαινε ίσια πάνω, και της τρύπαγε τη ραχοκοκκαλιά, κάνοντας τα μπράτσα της να ανατριχιάζουν ...καλώντας την να βουτήξει...
Ο ήλιος της έκαιγε την πλάτη.
Ο θόρυβος από τα φρένα, και η πόρτα πού άνοιξε μπροστά της, την έκαναν τα αναπηδήσει.
Πετάχτηκε από τον λήθαργό της, την είχε πάρει ο ύπνος, εκεί, καθισμένη στον πάγκο της στάσης, περιμένοντας.
Μάζεψε βιαστικά τις σακούλες με τα ψώνια και έτρεξε να προλάβει να ανέβει στο λεωφορείο, αφήνοντας πίσω της το πυρωμένο υπόστεγο της στάσης "Πηγάδι"...
Στο σπίτι, τα παιδιά θα είχαν ήδη γυρίσει και θα την περίμεναν...
Δημοσίευση σχολίου