Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ"...

Στόλιζε τα μαλλιά της με φιογκάκια και τα χτένιζε προσεκτικά, έβαφε τα μάτια της, κοιταζόταν στον καθρέφτη.
Η μάνα της από την άλλη μεριά του δωματίου την κοιτούσε κλεφτά, για να μην δείξει οτι την παρακολουθούσε...
Ένοιωθε την λαχτάρα της όμως, σχεδόν άκουγε την καρδιά της να χτυπάει, και ας ήταν στην άλλη άκρη του δωματίου.
Το ήξερε το παιδί της, και ήταν και αυτή γυναίκα, είχε περάσει από αυτή τη θέση, ίσως και γι'αυτό, και τί δεν θά'δινε για να μη μπεί και η κόρη της μέσα σ' αυτό το παιχνίδι.
Δύσκολος χορός, άλλος να βαράει τα τύμπανα και σύ να χορεύεις...
Αλλά πως να της το πεί;
Και μήπως και να της τό 'λεγε θα άκουγε η μικρή; Ποιό κορίτσι ερωτευμένο ακούει αμα της λές οτι κάνει λάθος;
Σαν την είδε να απομακρύνεται από τον καθρέφτη και να έρχεται προς το μέρος της, έστρεψε βιαστικά το κεφάλι αλλού, δήθεν οτι δεν παρακολουθούσε, και όταν η μικρή της μίλησε γύρισε τάχα ξαφνιασμένη...
-Μαμά, πως σου φαίνομαι;
-Κούκλα είσαι μάτια μου... μιά νεραϊδα... μ' αρέσουν αυτά τα μεταξωτά κουρελάκια στα μαλλιά σου... σε κάνουν να μοιάζεις "παραμυθένια".
Είπε τη λέξη και σχεδόν τινάχτηκε σαν να την διαπέρασε ηλεκτρισμός.
Λες και άκουγε ακόμα την φωνή του, τόσα χρόνια μετά, να την κοιτάει, μ'αυτά τα μάτια τα γεμάτα χαμόγελο και να της ψιθυρίζει... "ενα κινούμενο παραμύθι είσαι τελικά"...
Θυμήθηκε την αγκαλιά του, ένοιωσε την ζέστα του στέρνου του, οταν τον ακουμπούσε και κούρνιαζε μέσα του, τον άκουσε να την ρωτάει και πάλι, "μικρό κορίτσι, είσαι καλά;" και 'κείνη να μην μπορεί , να μην ξέρει τι να πεί.
Ναι. Ηταν καλά γιατί την είχε αγκαλιά, και Οχι, δεν ήταν καλά, γιατί ήξερε πως σε λίγο θα έφευγε, και ποιός ξέρει πότε και αν θα τον ξανάβλεπε έτσι.
Ηταν καλά εκείνη τη στιγμή, γιατί ήταν το παραμύθι του, αλλα σε λίγες ώρες θα διάβαζε άλλα παραμύθια, που μπορεί να μην ήταν έτσι όπως αυτή, αλλα τι την ένοιαζε αυτό;
Εκείνη δεν θα τα άκουγε, εκείνη θα ήταν μόνη της στο σπίτι και αυτός θα ήταν αλλού.
Την πρώτη φορά που είχε δεί την κόρη της να ετοιμάζεται για να πάει στη δουλειά της, ένοιωσε σαν κάποιος να την είχε χαστουκίσει.
Είδε στις κινήσεις της το τρεμούλιασμα του χεριού στο ποιό ρούχο να διαλέξει, τον δισταγμό στο πως να συνδιάσει τα ρούχα, τα παπούτσια , τα εσώρουχα... και κατάλαβε.
Αδιάφορα την ρώτησε αν ήταν νέοι οι συνεργάτες της, αν ήταν ευχάριστο το κλίμα της δουλειάς, αν αυτό, αν εκείνο... ποιός ήταν παντρεμένος, ποιός ελεύθερος, με ποιούς έκανε πιο πολύ παρέα, με ποιους ταίριαζε...
Μετά δεν συνέχισε, ευχήθηκε μόνο να μην ήταν αυτό που φοβόταν.
Τώρα, οπως έβλεπε την κόρη της να ετοιμάζεται, θυμόταν την λαχτάρα με την οποία εκείνη περίμενε το τηλεφώνημά του, που δεν έρχόταν ποτέ, τα αναπάντητα μηνύματά της που είχαν μείνει για χρόνια στη μνήμη του κινητού της, και μετά χαράχτηκαν στη μνήμη της, πάντα χωρίς απάντηση, το πόσο άρρωστη γύριζε σπίτι της μετά απο κάθε συνάντησή τους, όταν συνειδητοποιούσε πόσο ερωτευμένη ήταν μαζί του και πόσο "αδύνατος" ήταν αυτός ο έρωτας...
Είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να κρατηθεί μακρυά του.
Είχε βάλει άλλους άντρες ανάμεσά τους, που μόνη της τους έβαζε και μόνη της τους έδιωχνε μετά,αμέσως σχεδόν...
-Ξέρεις σε τι πάμε να μπλέξουμε; της είχε πεί οταν την πρωτοφίλησε...
-Εγώ ξέρω, του είχε τότε αντιγυρίσει εκείνη. Εσύ φοβάμαι πως δεν ξέρεις...
Τελικά κανένας από τους δυό τους δεν ήξερε...
Κανένας δεν είχε καταλάβει...
Κάποτε, η επαγγελματική συνεργασία τους τελείωσε.
Τα τελευταία χρόνια, προτιμούσε να στέλνει κάποιον άλλον αντί γι'αυτήν, οταν χρειαζόταν.
-Φεύγω μαμά... η φωνή της κόρης της την ξανάφερε πίσω στην πραγματικότητα...
-Μπορεί να αργήσω το βράδυ...
Χαμογέλασε και την φίλησε απαλά...
-Ν'αργήσεις μάτια μου, να περάσεις καλά, να μην σκεφτείς τίποτα, να το ζήσεις μέχρι όπου πάει, είπε από μέσα της...
Ετσι κι'αλλοιώς, θα πονέσεις στο τέλος...
Δημοσίευση σχολίου