Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. "ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΔΙΑΚΟΠΩΝ".

Μόνη και κουρασμένη.... 
Άδεια... 
Η ψυχή βαριά και σκοτεινή...
Κλειστά ερμητικά όλα τα παράθυρά της, σαν εξοχικό σπίτι , που αφού τελείωσαν οι διακοπές, οι ιδιοκτήτες του το καθάρισαν,το έκλεισαν,το κλείδωσαν,φόρτωσαν τα γέλια και τις χαρές του Σαββατοκύριακου που πέρασε στο αυτοκίνητο, και έφυγαν...
Και αυτό απέμεινε μόνο του... κλειστό. 
Με ενα φώς στην εξώπορτα να καίει μέρα νύχτα, πιο πολύ για να καλεί τους κλέφτες, παρά για να τους διώχνει.
Η άνοιξη να οργιάζει έξω στον έρημο κήπο. Οι μυρωδιές να σε τρελλαίνουν, οι τριανταφυλλιές να συναγωνίζονται η μια την άλλη στα μπουμπούκια και την μυρωδιά, η γλυσίνια να απλώνει νωχελικά στο ελαφρό αεράκι τα τσαμπιά της, και 'κείνο, να μεταφέρει το άρωμά της στα ρουθούνια μου και να με ζαλίζει τυραννικά....
Λίγο πιο πέρα, ο "απόλυτος" ήχος του παφλασμού των κυμμάτων της θάλασσας, με καλεί κοντά της... 
Σούρουπο. 
Αυτή η μαγική ώρα που όλα μπορούν να δείχνουν αλλοιώς, ανάλογα με τη φαντασία σου...
Και η υγρασία της νύχτας που απλώνεται σιγά σιγά και εισχωρεί στο σώμα σου, τρυπώντας σου τα κόκκαλα...
Τέτοια ώρα έβγαινα στη βεράντα...Να δω μην είχε τίποτα ξεμείνει έξω, να το μαζέψω και να κλείσω το τελευταίο παραθυρόφυλλο, την τελευταία μπαλκονόπορτα, να πάρω την τσάντα μου, τα κλειδιά, να κλείσω, να μπω στο αυτοκίνητο, να σταθώ ένα λεπτό πριν, με ανοιχτή τη πόρτα του αυτοκινήτου, να πάρω μια τελευταία γενναία ανάσα θάλασσας και άνοιξης, να σε ακούσω να μου φωνάζεις πως θα μπουν ζουζούνια στο αυτοκίνητο, να μπω μέσα γρήγορα, έχουμε αργήσει, θα πέσουμε στην κίνηση της επιστροφής/θα χάσουμε την πτήση,  να κάτσω, να δέσω την ζώνη μου, να βάλεις μπρος το αυτοκίνητο, να περάσουμε την ηλεκτρική πόρτα, να κλείσει πίσω μας, να περιμένουμε να βεβαιωθούμε οτι έκλεισε και όλα είναι εντάξει.....
Και μετά στο δρόμο της επιστροφής....
Το Πήλιο/η Ρόδος, πίσω μας, για λίγο συντροφιά μας ο Παγασητικός/το Αιγαίο από ψηλά, μετά, ο κάμπος, τα τούνελ, τα φώτα, οι βιαστικοί οδηγοί, τα κόκκινα φώτα των φρένων μπροστά μας να λαμπυρίζουν, να γυαλίζουν και να θολώνουν μαζί με τα βουρκωμένα μάτια μου. 
Kαταπίνω τα δάκρυα, σου δίνω τα λεφτά για τα διόδια/δένω την ζώνη για την προσγείωση... Θα φτάσουμε στο σπίτι, θα ξεφορτώσω τα πράγματα, και θα μείνει φορτωμένη μόνο η ψυχή μου, με όλα όσα δεν κατάλαβατε ποτέ σας για μένα, και έμειναν μέσα μου... βάρος και παράπονο... 
Και κάποια στιγμή θα τα αδειάσω όλα, τούτα, θα τα πετάξω τα σκουπίδια, στο κουτί των παραπόνων, που ποτέ κανένας δεν διαβάζει, 
και θα φύγω...

Δημοσίευση σχολίου